Είναι πολύ ζόρικο να προσπαθείς να μάθεις κολύμπι στα 32.

Από την αρχή φάνηκε πως το πρώτο μου μάθημα κολύμβησης θα ήταν ιστορικό, αφού η μοναδική συγκοινωνία που πλησιάζει το κολυμβητήριο στο Γουδί σε ακτίνα μικρότερη του 1 1/2 χιλιομέτρου είναι το ‘140’. (Ένιωσα ήδη το συγκαταβατικό χτύπημα στον ώμο μου όσων ξέρουν τι εστί ‘140’. Για τους υπόλοιπους, απλώς αναφέρω πως πρόκειται για ένα από τα θρυλικότερα λεωφορεία Αθηνών και περιχώρων). Έφτασα, όλως περιέργως, κάμποση ώρα νωρίτερα και κάθισα στις κερκίδες του κολυμβητηρίου χαζεύοντας τους λουόμενους.
 
Τι το ‘θελα; Στην λωρίδα που ήταν πιο κοντά στην κερκίδα βρίσκονταν καμιά εικοσαριά ενήλικες που έκαναν ό, τι τους έλεγε μια γυμνάστρια που στεκόταν εκτός νερού. Δεν ήξερα ακριβώς σε τι πρόγραμμα ήταν γραμμένοι οι συγκεκριμένοι άνθρωποι, αλλά μάλλον για λοκατζήδες πήγαιναν, αφού αυτά που τους ζητούσε η γυμνάστρια να κάνουν μέσα στην πισίνα, εγώ δεν μπορώ να τα κάνω ούτε έξω από αυτή. Και το θέμα είναι πως όσο τους παρακολουθούσα, νόμιζα πως θα υποβληθώ κι εγώ στα ίδια καψόνια λίγη ώρα αργότερα. Ευτυχώς, όπως έμαθα πριν μπω στο νερό, επρόκειτο για τμήμα αερόμπικ.

Η ώρα πήγε 8 παρά (το μάθημα ξεκινούσε σtις 8), άρχισε να κάνει ψύχρα και εγώ σιγά σιγά πήγα προς τα αποδυτήρια. Έκανα το ντουζάκι μου με ζεστό νερό και κατευθύνθηκα προς την πισίνα. Έλα, όμως, που έπρεπε να αφήσω τα γυαλιά μυωπίας στα αποδυτήρια. Οπότε, βρέθηκα να κόβω βόλτες μούσκεμα από λωρίδα σε λωρίδα, με ύφος ανάλογο με του Τραβόλτα στα γνωστά gif, για να μάθω πού θα λάμβανε χώρα το μάθημα. Αφού γνωρίστηκα με όλο το κολυμβητήριο, κατέληξα στην τελευταία λωρίδα. Ή μάλλον στο μισό αυτής, αφού οι άνθρωποι που είχαμε αποφασίσει να μάθουμε μπάνιο εκείνη τη μέρα, περιοριζόμασταν σε τρία άτομα. Σε εμένα και σε δύο κυρίες γύρω στα 45.

Βούτηξα στην πισίνα. Τρόπος του λέγειν δηλαδή, αφού μπήκα στο νερό γραπωμένος από τη σκάλα σαν να αιωρούμουν από ανεμόσκαλα κρεμασμένη από ελικόπτερο πάνω από το Γκραντ Κάνιον και μόλις την άφησα γαντζώθηκα, αμέσως, από τον τοίχο. Κοίταξα γύρω μου και πέρα από τους ενήλικες που είχαν έρθει να κάνουν την προπόνησή τους, στο νερό βρίσκονταν και κάμποσα παιδάκια κάτω των 10 που όχι μόνο δεν μάθαιναν μπάνιο, αλλά ο προπονητής τους τους έκανε παρατηρήσεις ότι ο χρόνοι τους στο ύπτιο -ωιμέ!- δεν ήταν καλοί. Δεν θα μου επέτρεπα να πνιγώ εδώ. Ας το πάθαινα τουλάχιστον στα ανοιχτά των νησιών Σάντουιτς.
 
Μέχρι να αντικρίσω τα παιδάκια ο μεγαλύτερος φόβος μου για αυτό το πρώτο μάθημα ήταν πως θα πνιγώ. Αφού είδα τα παιδάκια, συνειδητοποίησα πως η ντροπή που θα ένιωθα μέχρι να ξεψυχήσω, θα ήταν πολύ μεγαλύτερη από το φόβο. Ενώ είχα κάνει εικόνα τα παιδάκια να κλαίνε από τα γέλια, καθώς θα είχα πιει τα μισά κυβικά νερού του κολυμβητηρίου, ο προπονητής που θα μας μάθαινε να κολυμπάμε με ρώτησε: »Γιώργο, τι ξέρεις από μπάνιο»;
 
Να του έλεγα για εκείνη τη φορά που βρέθηκα κατά λάθος στα άπατα και μέχρι να γυρίσω στη στεριά (3 μέτρα μακριά) πήγα να χάσω τη σπλήνα μου; Να του έλεγα για την άλλη που ενώ είχα φτάσει με βατραχοπέδιλα μέχρι τις σημαδούρες στο Αυλάκι, κάποια στιγμή αποφάσισα να τα βγάλω και κατέληξα να με βγάλει σηκωτό ένας κολλητός μου; Ή για το ότι αυτό που ξαπλώνετε στην επιφάνεια του νερού και σας παίρνει και ο ύπνος -τρομάρα σας- από τη χαλάρωση, το κάνω άνετα μόνο σε κρεβάτι με ανατομικό στρώμα;

Περιορίστηκα στο »μπορώ να κολυμπήσω πάνω κάτω τη διαδρομή, αλλά δεν μπορώ να μείνω σταθερός σ’ ένα σημείο, γιατί βουλιάζω». Δεν ξέρω αν έδωσα τη σωστή απάντηση, πάντως εκείνος μου πέταξε μια σανίδα. Με τη σανίδα στο χέρι και μ’ ένα κίτρινο σκουφί στο κεφάλι-γιατί αν είναι να πνιγείς πρέπει να πνιγείς με στιλ- άρχισα να κάνω τις ασκήσεις που μας έλεγε ο δάσκαλος. Δεν είχαν καμία σχέση με εκείνες που έκαναν νωρίτερα οι ‘ΟΥΚάδες’ της πρώτης λωρίδας , αλλά για ένα άνθρωπο που έχει τόση σχέση με το μπάνιο όση θα έπρεπε να έχει η προσευχή με το σχολείο, ήταν τουλάχιστον επίπονες.

Εκεί που είχα αρχίσει να ξεθαρρεύω και να κολυμπάω ίσαμε ένα μέτρο χωρίς να πιαστώ από τον τοίχο με τη λύσσα που πιανόταν από το χείλος του πηγαδιού η αναδυόμενη Σαμάρα στο ‘The Ring’, ο δάσκαλος μας είπε να κάνουμε μια άσκηση που θα μας βοηθούσε να κατανοήσουμε πώς πρέπει να χρησιμοποιούμε τη σανίδα. Μας είπε, λοιπόν, να βουλιάξουμε τη σανίδα στο νερό -πιο εύκολα βουλιάζεις μια αφιονισμένη όρκα- και να καθίσουμε πάνω της προσπαθώντας ταυτόχρονα να κρατήσουμε μια σχετική ισορροπία.

Ενώ είχα αρχίσει να ταξιδεύω σαν τον Γκιούλιβερ στην πισίνα, καθισμένος πάνω στη σανίδα, γιατί προφανώς εκείνη είχε πάρει από την πρώτη στιγμή το πάνω χέρι στη σχέση μας, μόλις έφτασα στο διαχωριστικό με τη διπλανή διαδρομή, ο δάσκαλος είχε την ατυχή, για μένα, έμπνευση να μοιραστεί μαζί μας την εξής γνώση: »Η σανίδα είναι ένα απλό βοήθημα. Αν αρχίζετε να βουλιάζετε και πιαστείτε από αυτήν, θα βουλιάξει κι εκείνη μαζί σας».

Η αντίδρασή μου ήταν αυτόματη.Πέταξα μπροστά τη σανίδα και άρχισα να κουνάω τα πόδια μου με μεγαλύτερη ταχύτητα από ότι ο Φρεντ Φλίνστοουν στο αμάξι του.Σε 5» είχα καταφέρει να πιαστώ από τον τοίχο και η δεξιά μου γάμπα είχε πάθει κράμπα ισχυρότερη από αυτή ποδοσφαιριστή μετά από το δεύτερο ημίχρονο παράτασης.

Δεν άφησα τον πανικό μου να φανεί. Ακούμπησα και τα δύο μου χέρια στον τοίχο και πήρα ύφος τύπου που ψάχνει γυναίκα να φλερτάρει, αργοπίνοντας το μοχίτο του και ανακοίνωσα στο δάσκαλο ότι είχα πάθει κράμπα. Η κωλυσιεργία μου στην ανακοίνωση της κράμπας, έθετε τις βάσεις να μου φτάσει μέχρι τον ώμο, αλλά δεν ήθελα να εκδηλώσω τις φοβίες μου από το πρώτο μάθημα. Ευτυχώς, o προπονητής μου είπε να κάνω διατάσεις και κατάφερα όχι μόνο να φύγω χωρίς πατερίτσα από το κολυμβητήριο, αλλά και να ολοκληρώσω την προπόνηση.

Στο ‘140’ του γυρισμού, έχοντας τη λυτρωτική αίσθηση που νιώθεις μετά από έντονη γυμναστική, σκεφτόμουν δύο πράγματα. Πρώτον, ότι το κακό με τις φοβίες, είναι ότι με την πάροδο του χρόνου παίρνουν κιλά. Αυτό μπορεί να μην έχει κάποια συνέπεια όταν φοβάσαι το ύψος ή το σκοτάδι, αλλά στην περίπτωση της κολύμβησης παίζει καθοριστικό ρόλο.

Δεύτερον, όταν πέφτεις στα 32 σου σε μια πισίνα είναι πολύ δύσκολο να μάθεις μπάνιο, γιατί σκέφτεσαι ένα κάρο πράγματα που μπορεί να πάνε στραβά, ενώ αν πέσεις για πρώτη φορά στην πισίνα στα 5 σου, το πιο βαρυσήμαντο που μπορεί να σε βασανίζει είναι ότι η μάνα σου δεν σε αφήνει να πίνεις πορτοκαλάδα με ανθρακικό και έχεις γκώσει με τις μπλε.

ΥΓ: Μόνη μου παρηγοριά ότι υπάρχουν άνθρωποι εκεί έξω που δεν ξέρουν ποδήλατο.

Posted in Uncategorized | 1 σχόλιο

Το ανέκδοτο.

Μετά, που λες, από ένα ναυάγιο, στη μέση ενός μεγάλου ωκεανού, η ανταριασμένη θάλασσα πνίγει όλους τους επιβάτες εκτός από την Πάμελα Άντερσον και έναν μούτσο, τους οποίους ξεβράζει σε ένα έρημο νησί.

Αφού, συνέρχονται από το αρχικό σοκ, η Πάμελα και ο μούτσος εξερευνούν το νησί και συνειδητοποιούν ότι είναι παντελώς μόνοι. Ευτυχώς για αυτούς συνειδητοποιούν γρήγορα πως το νησί είναι γεμάτο με οπωροφόρα δέντρα και διαθέτει μια πηγή με πόσιμο νερό.

Οι μέρες περνούν και οι ήρωες μας ελπίζουν πως κάποια στιγμή θα τους εντοπίσουν. Μέχρι τότε έχουν φτιάξει μια καλύβα από καλάμια και τρέφονται με τους καρπούς που τους παρέχει το νησί, ενώ έχουν για στήριγμα ο ένας τον άλλο.

Με τον καιρό ξυπνούν οι σεξουαλικές τους ορέξεις και μην έχοντας περιθώρια επιλογής- η Πάμελα, γιατί ο μούτσος άλλο που δεν θέλει- υποτάσσονται στις ορμόνες τους και αρχίζουν να κάνουν κάθε μέρα αχαλίνωτο σεξ.

Οι εβδομάδες περνούν και η Πάμελα με τον μούτσο το κάνουν στην καλύβα, στη θάλασσα, στην πηγή, πάνω στα δέντρα, κάτω από τα δέντρα, σε όλα τέλος πάντων τα σημεία του νησιού, σε όλες τις πιθανές στάσεις.

Έχουν περάσει πλέον 2-3 μήνες και μία μέρα, καθώς αρχίζει να σουρουπώνει και οι δύο φίλοι μας χαζεύουν το ηλιοβασίλεμα, την απόλυτη ησυχία χαλάει ο μούτσος, ο οποίος ζητάει από την Πάμελα να βάψει μαύρο το πηγούνι της, με λίγο κάρβουνο που είχε ξεβράσει η θάλασσα από το ναυαγισμένο πλοίο.

«Τρελάθηκες; Γιατί να βαφτώ;» ρωτάει εύλογα η Πάμελα τον μούτσο. «Σε παρακαλώ, Πάμελά μου, κάνε μου αυτή τη χάρη κι από μένα ό,τι θες».

Μην θέλοντας να του χαλάσει το χατίρι, η Πάμελα βάφει την άλλη μέρα, μαύρο το πηγούνι της, σαν να έχει μούσι και πάει στον μούτσο να του το δείξει. Ο μούτσος την βλέπει, αλλά δείχνει σκεφτικός. «Τι έγινε μούτσε μου, δεν σου αρέσει»;

«Όχι, όχι, μια χαρά είναι. Μπορείς όμως να κάνεις το ίδιο και στο μουστάκι»; «Τι βίτσιο είναι πάλι αυτό»; απορεί η Πάμελα, αλλά μετά από πολλά παρακάλια του κάνει το χατίρι. Δεν είχε και άλλο άνθρωπο το νησί, οπότε δεν ήθελε να είναι τσακωμένοι.

Αφού είχε αποκτήσει πλέον ζωγραφιστό μουστάκι και μούσι η Πάμελα, πήγε στο μούτσο. Εκείνος αν και αρχικά έδειξε να χαίρεται, συνέχισε να την κοιτάζει σκεφτικός, σαν κάτι να ήθελε ακόμα. «Άκου Πάμελα, σε ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου για αυτά που έκανες για μένα, αλλά θέλω ακόμα μια μικρή, τελευταία χάρη. Θέλω να κόψεις αγορίστικα τα μαλλιά σου».

«Βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου», κάνει η Πάμελα στον μούτσο, όμως εκείνος της το ζητούσε τόσο έντονα που δεν μπόρεσε ούτε αυτή τη φορά να του αρνηθεί. «Εντάξει, θα σου κάνω κι αυτή τη χάρη, αλλά να ξέρεις πως θα είναι η τελευταία».

Πάει, όντως, η Πάμελα και βρίσκει μια κοφτερή πέτρα, με την οποία κόβει τα πυκνά, ξανθά, μαλλιά της. Τα κόβει τόσο κοντά, που αν είχε λίγο gel, θα μπορούσε να τα κάνει «καρφάκια».

Έχοντας πραγματοποιήσει και τις τρεις επιθυμίες του μούτσου, πηγαίνει και τον βρίσκει ξανά. Ο μούτσος την κοιτάζει, χωρίς να είναι πλέον σκεφτικός. Χαμογελάει και της λέει:

«Ρε μαλάκα Βαγγέλη, δεν μπορείς να φανταστείς τι μου έχει συμβεί! Είμαι εδώ και δύο μήνες ναυαγός σε ένα ερημονήσι και γαμάω κάθε μέρα την Πάμελα».

Μετά από 32 χρόνια «σοφίας» έχω καταλήξει πως χωρίς τον «Βαγγέλη» δεν έχει καμία αξία η «Πάμελα».

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Όχι ‘Στην υγειά μας ρε παιδιά’ το βράδυ της Ανάστασης.

Δηλαδή όλοι εσείς οι «εθνικόφρονες» που φτιάχνατε τις σελίδες στο facebook ‘Όχι Κατσουράνη με Κόστα Ρίκα’ και τις υπόλοιπες ομάδες, πιστεύετε ότι ο Κατσουράνης σε αυτά τα ματς έκανε μεγαλύτερο κακό στον απανταχού ελληνισμό από ότι κάνει ο Σπύρος Παπαδόπουλος με το ‘Στην υγειά μας ρε παιδιά’ κάθε Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά και Πάσχα; Ε; Σελίδες, όμως, με τίτλο ‘Όχι στην υγειά μας ρε παιδιά το βράδυ της Ανάστασης’ δεν είδα.

Για να χαλαρώσουν λίγο τα πνεύματα, ας πάρω τα πράγματα από την αρχή.
Όταν πήγαινα δημοτικό κάθε φορά που έκλειναν τα σχολεία για τις γιορτές του Πάσχα, στενοχωριόμουν που θα αργούσα να ξαναδώ τους φίλους μου και θα αναγκαζόμουν να περάσω τις γιορτές παρέα με θειάδες και σόγια που εμφανίζονταν από το πουθενά στη ζωή μου μόνο για τις γιορτές. Καθώς μεγάλωνα, το πρόβλημα αυτό λύθηκε μιας και οι γονείς μου τσακώθηκαν ή χάθηκαν με το μεγαλύτερο μέρος από το σόι μας, οπότε περνούσαμε τις γιορτές μόνοι μας.

Πριν προλάβω, όμως, να χορτάσω τις γιορτές παρέα μόνο με τους ανθρώπους που αγαπώ, εμφανίστηκε στο σπίτι μας ο Σπύρος Παπαδόπουλος, ο οποίος δεν ήρθε μόνος του, αλλά έφερε και όλη την παρέα του μαζί. Και μην νομίζεις ότι είναι κανένας αγενής ο Σπύρος –επιτρέψτε μου την οικειότητα, τόσες γιορτές έχουμε κάνει μαζί- ο οποίος ήρθε ακάλεστος. Ο πατέρας μου κάθε χρόνο τις άγιες μέρες τον καλεί και τις περνάμε όλοι παρέα. Λες και τόσα χρόνια που έλειπε ο Σπύρος από τη ζωή μας, «έκοβε» η μαγειρίτσα ή σφήνωνε ο Άγιος Βασίλης στην καμινάδα.

Κάθε χρόνο, λοιπόν, μετά το ‘χαμούρεμα’ από το «Χριστός Ανέστη» ή το «Καλή χρονιά», ο πατέρας μου ανοίγει την τηλεόραση για να το γιορτάσουμε παρέα με τον Σπύρο. Το τι γλέντι κάνουμε δεν περιγράφεται! Ο πατέρας μου με το ένα χέρι κρατάει το τηλεκοντρόλ, μην τυχόν και του το πάρω και με το άλλο κάτι αλκοολούχο. «Στην υγειά μας» ο Σπύρος; «Στην υγειά μας» και ο πατέρας μου σηκώνοντας το ποτήρι στον αέρα. Τραγουδάει ο Γεράσιμος Ανδρεάτος (άνετα στη λίστα με τις περισσότερες εμφανίσεις στην εκπομπή); Σιγοντάρει και ο πατέρας. Αρχίζουν τους μεζέδες οι καλεσμένοι του Σπύρου; Αρπάζει την πιατέλα με τα κοψίδια και την μαγειρίτσα από την κουζίνα ο πατέρας. Ο πατέρας μου το ζει τόσο πολύ που φοβάμαι ότι καμιά φορά πάνω στο τσακίρ κέφι, μόλις ο Σπύρος σηκώσει το ποτήρι και πει «στην υγειά μας», θα τσουγκρίσει με την τηλεόραση.

Η μάνα μου από την πλευρά της απολαμβάνει και εκείνη το ‘δρώμενο’ πατέρα-Σπύρου-καλεσμένων, διακατεχόμενη συνήθως από μια έντονη μελαγχολία και νοσταλγία για το παρελθόν, λόγω των πάντα φρέσκων εώς σχεδόν ακυκλοφόρητων τραγουδιών που ακούγονται στην εκπομπή. Δεν είναι λίγες οι φορές που από τα πρώτα 2-3 τραγούδια της εκπομπής έχει αρχίσει να δακρύζει συγκινημένη, ενώ μέχρι να τελειώσει η εκπομπή και οι μερακλωμένοι καλεσμένοι να ανεβούν στα τραπέζια, το δάκρυ πέφτει ‘κορόμηλο’.

Εγώ, μην μπορώντας να αρπάξω το τηλεκοντρόλ και μην θέλοντας να φύγω, μιας και βλέπω τους γονείς μου πλέον μόνο Κυριακές και γιορτές, παρακολουθώ αποσβολωμένος τον «Στην υγειά μας ρε παιδιά», ενώ διάφορες σκέψεις μου περνάνε από το μυαλό:

– Έχει δει κανείς την Μελίνα Ασλανίδου σε χώρο πλην του ‘Στην υγειά μας ρε παιδιά’ και του ‘The Voice’; Μέχρι να εμφανιστεί στην εκπομπή του ΑΝΤ-1 νόμιζα η ότι επρόκειτο για δημιούργημα της κρατικής τηλεόρασης που μπορούσε να επιβιώσει μόνο σε συνθήκες στούντιο Σπύρου Παπαδόπουλου.

– Ποιος έχει εμφανιστεί περισσότερες φορές στην εκπομπή; Η Ελεωνόρα Ζουγανέλη ή ο Λευτέρης Παπαδόπουλος;

– Περισσότερα είναι τα αφιερώματα της ελληνικής τηλεόρασης στο ‘έπος του Γουέμπλεϊ’ ή τα αφιερώματα του Σπύρου Παπαδόπουλου στον Μάνο Λοΐζο;

– Στα πόσα ποτήρια κρασί κάνει «κεφάλι» ο Σπύρος;

– Υπάρχει κάποιος καλεσμένος που δεν έχει νιώσει μεγάλη τιμή που έχει κληθεί σε αυτή την παγκοσμίου βεληνεκούς και φήμης εκπομπή;

– Συγγενείς ο Σπύρος δεν έχει;

– Γιατί η Wikipedia πλάι στα ονόματα των καλεσμένων του ‘Στην Υγειά μας’ δεν βάζει τον αριθμό των φορών που έχει εμφανιστεί ο καθένας στην εκπομπή, όπως συμβαίνει με τις διεθνείς εμφανίσεις των αθλητών;

-Όταν σε ρωτάει κάποιος αν τραγουδάς, εκτός από το ‘μόνο στο μπάνιο’, πιάνεται σαν εναλλακτική απάντηση και το «μόνο στο στην υγειά μας ρε παιδιά»;

-Η εκπομπή παίζει εδώ και χρόνια σε επανάληψη ή είναι κάθε φορά διαφορετική;

-Πώς περνάγαμε τις γιορτές όσο ο Σπύρος παρουσίαζε τον ‘Εκατομμυριούχο’;

-Όταν βλέπουμε μια τσόντα, στην ουσία ερεθιζόμαστε και αυνανιζόμαστε βλέποντας κάποιους άλλους να κάνους σεξ. Είναι λιγότερο ηδονοβλεπτικό να διασκεδάζουμε, βλέποντας άλλους να μπεκροπίνουν, να τραγουδάνε και να χορεύουν;

-Για να επανέλθω στον αφιονισμένο πρόλογο μου. Αν ο Κατσουράνης παίξει άλλο ένα ματς με την Εθνική, το πολύ πολύ να αποκλειστούμε από το επόμενο Euro. Αν συνεχίσουμε, όμως, να παρακολουθούμε το ‘Στην υγειά μας ρε παιδιά’, θα συνεχίσουμε να είμαστε ματάκηδες. Τι είναι χειρότερο;
….

Δεκάδες τα αναπάντητα ερωτήματα, παρόλο που βλέπω την εκπομπή κάθε χρόνο. Σε συζητήσεις, μάλιστα, με φίλους διαπιστώνω πως το δράμα των εορτών, ελέω Σπύρου Παπαδόπουλου, και τις παραπάνω απορίες δεν τις έχω μόνος μου. Έχουμε βάλει εδώ και χρόνια οι περισσότεροι τον Σπύρο στο σπίτι μας και τον αφήνουμε να γιορτάζει με την παρέα του, ενώ εμείς παίρνουμε μάτι.

Για να βάλουμε, λοιπόν, ένα τέλος σε αυτή την μάστιγα, έφτιαξα ο ίδιος την σελίδα ‘Όχι Στην υγειά μας ρε παιδιά το βράδυ της Ανάστασης’. Πού ξέρεις, με ένα like ίσως σώσουμε το φετινό Πάσχα.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Το κέρασμα δεν είναι μαγκιά, είναι αυτοταπείνωση.

Δεν θέλω να με κερνάς. Ούτε να σε κερνάω. Βασικά δεν μπορώ να με κερνάς συνέχεια ή να χεις την ψευδαίσθηση ότι θα σε κερνάω εγώ. Κέρασε με όταν συντρέχει κάποιος κοινωνικός λόγος ή όταν πολύ απλά είσαι χαρούμενος/η για κάτι. Σεβάσου με και άφησε με να κάνω το ίδιο κι εγώ. Και κυρίως, σε παρακαλώ, ας μην το συζητήσουμε. Ας βγάλει, όποιος, τα λεφτά απ’ την τσέπη και ας πληρώσει. Χωρίς προλόγους και επιλόγους.

Αυτός ήταν ο πιο κομψός πρόλογος που μπορούσα να γράψω για τη σχέση μου με το κέρασμα. Η «μάχη» του κεράσματος σε αυτή τη χώρα –γιατί σε αυτό το θέμα προτιμώ τους κρυόκωλους τους βορειοευρωπαίους που πολύ απλά πληρώνει ο καθένας τα δικά του- είναι σκληρότερη και από αγώνα πυγμαχίας ή μάι-τάι. Και μην μου πεις ότι δεν είναι «μάχη». Είναι και παραείναι.

Πώς αλλιώς θα εξηγούσες το γεγονός πως μόλις αφήσει την απόδειξη ο σερβιτόρος στο τραπέζι ξεκινάει ο χαμός; Ποια απόδειξη να αφήσει στο τραπέζι, λέω! Ο χαμός ξεκινά νωρίτερα. Από τη στιγμή που ο σερβιτόρος θα κάνει την κίνηση να την αφήσει στο τραπέζι. Με το ξεκίνημα του κατεβάσματός του χεριού του, σαν σε διαιτητή σε αγώνα καράτε, δίνει το έναυσμα για το ποιος θα αρπάξει πρώτος την απόδειξη. Χέρια φεύγουν από όλες τις πλευρές του τραπεζιού, ενώ παράλληλα άλλα χέρια προσπαθούν να αποτρέψουν τα υπόλοιπα χέρια από το να αγγίξουν το «ιερό δισκοπότηρο» (βλ. απόδειξη).

Ο νικητής, ο έχων δηλαδή στα χέρια του την απόδειξη, την κρατάει σφιχτά με το ένα χέρι, ενώ με το άλλο ψάχνει το πορτοφόλι. Την κρατάει σφιχτά, γιατί η μάχη δεν έχει ολοκληρωθεί, αφού οι υπόλοιποι προσπαθούν να του την αρπάξουν σαν σε αγώνα ράγκμπι (όπως βλέπεις εδώ μπλέκονται περισσότερα αθλήματα από ότι σε Ολυμπιακούς Αγώνες). Αν καταφέρει να την διατηρήσει υπό την κατοχή του και βγάλει τα λεφτά από την τσέπη τείνοντάς τα προς τον σερβιτόρο, όλο και κάποιος επιτήδειος θα έχει προλάβει να βγάλει τα δικά του και να προσπαθεί να πληρώσει εκείνος.

Τότε ξεκινά το δεύτερο ημίχρονο. Ο σερβιτόρος βρίσκεται ανάμεσα σε πεντοχίλιαρα –ευτυχώς από την εποχή του ευρώ έχουν μειωθεί αρκετά τα παραπάνω κρούσματα, αλλά για να γράφεται το παρόν κείμενο δεν έχουν εξαλειφτεί- που κραδαίνουν οι κάτοχοι τους, οι οποίοι τον εμπλέκουν στο παιχνίδι λέγοντας του ο καθένας την δική του παπάτζα «πάρε αυτά, εκείνος θα πληρώσει την άλλη φορά», «έλα ομορφόπαιδο ξέρεις ποιος πρέπει να κεράσει», «δεν θα δεχθείς λεφτά από γυναίκα, έτσι;». Αν έχεις ζήσει την παραπάνω ιλαροτραγωδία και κάνεις το λάθος να βγεις ξανά με την ίδια παρέα, ξέρεις ότι ο επαναληπτικός θα είναι πολύ πιο σκληρός και κατά πάσα πιθανότητα θα φτάσει σε καβγά.

Όποιος δεν το χει ζήσει σε κάποια παραθαλάσσια ταβέρνα με γονείς και φίλους, ας μην κάνει like σε αυτό το ποστάριμα, δεν θα τον παρεξηγήσω. Εγώ, το έχω ζήσει πολλάκις και σε διάφορες εκδοχές, αλλά θα σταθώ σε ένα συγκεκριμένο περιστατικό.

Ένα καλοκαίρι, στα μέσα του ’90 είχα πάει με την μητέρα μου διακοπές σε κάτι θείους –από την πλευρά του πατέρα μου- στην Κω. Κάθε φορά που βγαίναμε έξω και τίθετο θέμα πληρωμής, ξεκινούσε η παραπάνω μάχη/ιεροτελεστία/αγώνας. Ο αγώνας είχε δοθεί πάνω από πιάτα με μπριζόλες, πάνω από fruit punch με αλκοόλ για τους μεγάλους και χωρίς για τους μικρούς και πάνω από ξαπλώστρες στην παραλία. Οι δύο ομάδες (μάνα μου Vs. θείοι) βρίσκονταν πολύ κοντά στην βαθμολογία μέχρι τον «τελικό».

Ο τελικός –ταξιδεύαμε για Πειραιά την επόμενη μέρα- είχε αποφασιστεί να δοθεί σε ένα κεφαλοχώρι του νησιού. Την ώρα που τα περισσότερα πιάτα με τις μπριζόλες, τις σαλάτες και τις πατάτες είχαν μισοαδειάσει, η μητέρα μου σηκώθηκε για να πάει –τάχα μου- στην τουαλέτα. Μετά από τρία λεπτά γύρισε και συνέχισε να τρώει σαν αν μην έτρεχε τίποτα. Όταν μετά από μισή ώρα ένας θείος μου αποφάσισε να καλέσει τον σερβιτόρο για να πληρώσει, εκείνος του αποκρίθηκε ότι ήταν όλα ήδη πληρωμένα από την κυρία μητέρα μου, η οποία είχε ένα σαρδόνιο πλέον χαμόγελο, που προσπαθούσε να ισορροπήσει κάνοντας την χαμηλοβλεπούσα και απαντώντας στους έκπληκτους θείους μου «κερνάτε όταν ανεβείτε στην Αθήνα». Αν καταλάβατε καλά, η μάνα μου βλέποντας ότι μπορεί να μην κατακτήσει το «κύπελλο», έστησε τον τελικό.

Όσο σκέφτομαι ότι όλα αυτά γινόντουσαν για το ποιος θα πλήρωνε και όχι για το ποιος θα την γλίτωνε, μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι. Στα στοιχήματα που βάζουμε ο χαμένος δεν πληρώνει;

Όλος αυτός ο χαμός από τους διεκδικητές του «τίτλου» και η αμηχανία από τους θεατές, γινόταν μόνο και μόνο για το τι θα πουν οι άλλοι. Μην τυχόν γυρίσουμε στην Αθήνα και μας λένε ότι δεν βάλαμε το χέρι στην τσέπη. Μην τυχόν και μας φιλοξενήσουν και να λέμε ότι βάλαμε έστω και μια φορά το χέρι στην τσέπη. Πραγματικά, πιστεύω ότι εκείνο το καλοκαίρι κανείς δεν μπόρεσε να απολαύσει φαγητό/ποτό/μπάνιο, γιατί όλοι είχαν αφιερωθεί στο ποια πλεκτάνη θα στήσουν για να πληρώσουν τον εκάστοτε λογαριασμό.

Κάθε φορά που έρχεται σήμερα ο λογαριασμός και τρέχει κάποιος να προλάβει να κεράσει με το στανιό, πιάνεται η καρδιά μου. Δεν υπάρχει περίπτωση να μπω στη διαδικασία να «ξιφομαχήσω» για να πληρώσω εγώ, ούτε να αρχίσω τα «δεν έπρεπε/ εγώ την άλλη φορά». Απλώς, στερούμαι λίγη από τη χαρά που θα μου προσέφερε η συγκεκριμένη έξοδος.

Δεν θέλω να με κερνάς. Ούτε να σε κερνάω. Βασικά δεν μπορώ να με κερνάς συνέχεια ή να χεις την ψευδαίσθηση ότι θα σε κερνάω εγώ. Κέρασε με όταν συντρέχει κάποιος κοινωνικός λόγος ή όταν πολύ απλά είσαι χαρούμενος/η για κάτι. Σεβάσου με και άφησε με να κάνω το ίδιο κι εγώ. Και κυρίως, σε παρακαλώ, ας μην το συζητήσουμε. Ας βγάλει, όποιος, τα λεφτά απ’ την τσέπη και ας πληρώσει. Χωρίς προλόγους και επιλόγους.

 

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Καλύτερα τσίτσιδος στην Πανόρμου, παρά μόνος στο σινεμά.

«Να τρέξεις όλη την Πανόρμου τσιτσίδι ή να πας ένα βράδυ μόνος σου στο σινεμά»; Για χρόνια αν μου έβαζες αυτό το δίλημμα, θα διάλεγα χωρίς κανένα ενδοιασμό το πρώτο. Οι άνθρωποι που έβγαιναν μόνοι τους είτε για φαγητό/ποτό είτε για οποιουδήποτε άλλου είδους διασκέδαση μου προκαλούσαν μεγαλύτερο οίκτο από ότι οι φωτογραφίες της UNICEF με τα παιδιά και τις πρησμένες από την πείνα κοιλιές.

Θυμάμαι στο γυμνάσιο είχα πάει να δω με φίλους (προφανώς) μια ταινία. Μπαίνοντας στην αίθουσα του σινεμά εντόπισα μια καθηγήτρια μου από το φροντιστήριο αγγλικών, η οποία καθόταν μόνη της. Δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία. Η παρέα της, φαντάστηκα θα ήταν είτε στην τουαλέτα είτε θα περίμενε στην ουρά για τα ποπ-κορν. Έλα, όμως, που η ώρα περνούσε και δεν ερχόταν κανείς πλάι της.

«Άχου την κακομοίρα», άρχισα να σκέφτομαι, «κοτζάμ γυναίκα και δεν έχει άνθρωπο να την κάνει παρέα». Εκείνη χάζευε την αίθουσα μέχρι να περάσει η ώρα και να ξεκινήσει η ταινία. «Ψάχνει η κακορίζικη κανέναν να μιλήσει», συνέχιζα και είχε αρχίσει να πονάει η καρδιά μου που την έβλεπα μονάχη. Μου πέρασε από το μυαλό να της μιλήσω, αλλά σκέφτηκα πως θα την έκανα να νιώσει ακόμα πιο άσχημα, γιατί θα είχα καταλάβει ότι είχε βγει μόνη της. Λες και το είχε μυστικό.

Δεν θυμάμαι ποια ταινία είδαμε εκείνο το βράδυ, αλλά μου έχει μείνει στο μυαλό ότι προσπαθούσα να σκαρφιστώ έναν τρόπο να την κάνω να νιώσει καλύτερα. «Να της αγόραζα μια σοκολάτα και να την άφηνα στα κρυφά δίπλα της», «να έλεγα σε κάποιον ωραίο τύπο να πάει να της την πέσει» και άλλα ευφάνταστα πέρασαν εκείνο το δίωρο από το μυαλό μου, ενώ προσπαθούσα να μην συναντηθούν με κανένα τρόπο τα βλέμματα μας και -ξέρετε- την φέρω σε δύσκολη θέση.

Από τότε μου έμεινε ένα κουσούρι. Δεν μπορούσα με τίποτα να συναντήσω το βλέμμα ενός ανθρώπου που είχε πάει σε κάποιο μαγαζί (για διασκέδαση) μόνος του. Κάθε φορά που συναντούσα κάποιον ήμουν στο αμήν να καλύψω τα μάτια μου με τις παλάμες μου, έχοντας ταυτόχρονα αφήσει χαραμάδες με τα δάχτυλα μου, όπως κάναμε μικροί όταν βλέπαμε κάποιο θρίλερ.

Επίσης, κάθε φορά που κάποιος δικός μου άνθρωπος ήθελε να πάει κάπου (συναυλία, θέατρο, γήπεδο) και δεν έβρισκε παρέα προσπαθούσα να πάω μαζί του όχι επειδή μου άρεσε το «x» θέαμα, αλλά επειδή λυπόμουν να τον αφήσω μόνο του και δεν ήθελα ο κόσμος να σκέφτεται για εκείνον αυτά που σκεφτόμουν εγώ για τους μόνους ανθρώπους.

Αυτό, φυσικά, δεν ίσχυε μόνο για τους άλλους, αλλά και για μένα. Δεν έκανα τίποτα που να μου άρεσε αν δεν είχα παρέα, ενώ έκανα πολλά που ίσως δεν μου άρεσαν μόνο και μόνο επειδή είχα παρέα. Το κορυφαίο που έχω κάνει είναι να παρατήσω την λαμπρή μου καριέρα στο ποδόσφαιρο (ναι ήμουν και εγώ ένα αδικοχαμένο ταλέντο), επειδή οι φίλοι μου σταμάτησαν να έρχονται στις προπονήσεις της ομάδας που παίζαμε μικροί. Και τότε πώς θα συνέχιζα να πηγαίνω εγώ; ΜΟΝΟΣ ΜΟΥ;

Από τότε μπήκε πολύ νερό στο αυλάκι. Μέχρι που τον τελευταίο μήνα έχω πάει μόνος μου σινεμά, μόνος μου για φαγητό, μόνο μου θέατρο και μόνος μου διακοπές. Θα πήγαινα και για ποτό, αλλά δεν πίνω.

Δεν θα αποθεώσω το πόσο γαμάτο είναι να βγαίνεις μόνος σου. Απλώς, μεγαλώνοντας σε μένα υπερισχύει το να κάνω αυτό που θέλω χωρίς παρέα, παρά να έχω παρέα και να κάνω αυτά που δεν θέλω.

Τώρα που το ξανασκέφτομαι, πώς θα έτρεχα τσιτσίδι στην Πανόρμου; Μόνος μου;

Posted in Uncategorized | 2 Σχόλια

Μια κατσίκα στη Λουίζης Ριανκούρ.

Όσα ψυχολογικά και να έχεις υπάρχουν κάποια «απλά» πράγματα που μπορούν να σου φτιάξουν από το πουθενά το κέφι. Για παράδειγμα μια κατσίκα στους Αμπελόκηπους και ένα ξένο χέρι με μια ομπρέλα στην Βασιλίσσης Σοφίας.

Επηρεασμένος από ένα πρόσφατο ταξίδι στην Φλώρινα και ένα βιβλίο που διάβασα για υγιεινή ζωή είμαι πεπεισμένος πλέον πως στην Αθήνα ζούμε παρά φύση. Σε μια προσπάθεια να επιστρέψω στη φύση πήγα στην λαϊκή της παλιάς μου γειτονιάς.

Εκεί που χάζευα την πανδαισία φρούτων και λαχανικών – να πηγαίνετε στις λαϊκές, εκεί είναι όλα πολύχρωμα και πιο νόστιμα- βλέπω ένα καφέ-άσπρο τετράποδο. Το προσπέρασα χωρίς να δώσω ιδιαίτερη σημασία. Στα δύο μέτρα είδα δύο γιαγιάδες (από αυτές που σέρνουν ένα καρότσι σαν σαλγκάρια και σε κάνουν να βλαστημάς που πήγες στην λαϊκή) συγκινημένες με το τετράποδο.

Οπότε κοιτάω πίσω μου και τι να δω; Ένα κατσικάκι! Το τετράποδο που προσπέρασα διαδικαστικά ήταν ένα κατσικάκι! Στις 10:00 το Σάββατο 28.11.2015 στην Λουίζης Ριανκούρ στους Αμπελοκήπους μπροστά από τον πάγκο με τα λάχανα έκοβε βόλτες ένα (λυτό) κατσικάκι. Πάει χάλασε/έφτιαξε ο κόσμος.

Με καρότα, λάχανα, αβοκάντο, μήλα και πορτοκάλια παραμάσχαλα κι ένα «κατσικίσιο» χαμόγελο στο πρόσωπο πήρα το δρόμο της επιστροφής. Στα μισά του δρόμου με πέτυχε η βροχή. Έβαλα την κουκούλα και άρχισα να περπατάω πιο γρήγορα με τις πιθανότητες σαβούρας να αυξάνουν γεωμετρικά κάθε δευτερόλεπτο.

Στο σημείο που δεν πρέπει ποτέ να σε πετύχει το peak της βροχής, δηλαδή στο διάζωμα μιας λεωφόρου, εκεί με πέτυχε. Πριν προλάβω να καταραστώ το κατσικάκι και να του ευχηθώ να σουβλιστεί πριν το Πάσχα, είδα πάνω από το κεφάλι μου μια ομπρέλα.

Από το πουθενά μια άγνωστη κοπέλα μοιράστηκε την ομπρέλα της μαζί μου. Εγώ πάντως αν με έβλεπα έτσι με τις φόρμες, την κουκούλα και τα ζαρζαβατικά στα χέρια όχι ομπρέλα, ούτε το ίδιο πεζοδρόμιο δεν θα θελα να μοιραστώ μαζί μου.

Μετά από μια ψιλή κουβεντούλα δύο τετραγώνων, έμαθα ότι έχει σπουδάσει θέατρο και πηγαίνει σε ένα σεμινάριο δραματοθεραπείας.

Συμπέρασμα της ημέρας: Να μιλάτε σε ανθρώπους με κατσικάκια, σε ανθρώπους που πηγαίνουν θέατρο και σε ανθρώπους που κάνουν ψυχο/δραματο/μουσικο/χοροθεραπεία. Μπορεί να σας φτιάξουν την μέρα και τη ζωή.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

«Μπορώ να τσεκάρω το κινητό του, αν έχω την υποψία ότι με κερατώνει»;

«Μπορώ να τσεκάρω το κινητό του, αν έχω την υποψία ότι με κερατώνει»; με ρώτησε εντελώς αθώα μια φίλη. Δεν άντεξα να κρατήσω την απάντηση μόνο για εκείνη και είπα να την μοιραστώ.

Βεβαίως και να το τσεκάρεις το κινητό του, αν έχει την υποψία ότι σε κερατώνει. Και όχι μόνο το κινητό. Να τσεκάρεις και το facebook του, τα dm στο twitter του, τα συρτάρια, τις ντουλάπες και το ημερολόγιο του αν έχει.

Αν, λοιπόν, δεν βρεις κανένα ενοχοποιητικό εις βάρος του στοιχείο και σιγουρευτείς ότι δεν σε κερατώνει, σου εύχομαι μετά από ένα χρόνο που θα χετε χωρίσει να ανακαλύψεις ότι σε είχε κερατώσει με μια ντουζίνα κορίτσια με τα οποία, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, επικοινωνούσε με σήματα καπνού και ταχυδρομικά περιστέρια.

Γκρρρρρ! Έχω τόσα νεύρα με την ερώτηση που πραγματικά δεν ξέρω από πού να ξεκινήσω; Φαντάζομαι είμαστε σύμφωνοι πως υπό φυσιολογικές συνθήκες δεν υπάρχει κανένας λόγος να ψάξουμε το κινητό ενός ανθρώπου. Ε, τι διάολο αλλάζει όταν σου μπούν υποψίες; Είναι δηλαδή αυτός λόγος για να ξεχάσουμε και αυτά που ξέραμε; Κινητό κανενός ανθρώπου δεν κοιτάμε για κανένα λόγο είτε είναι η σχέση μας, είτε ο κολλητός μας είτε ο πατέρας μας. Μοναδική εξαίρεση αν βρούμε ένα κινητό κάπου και δεν θέλουμε να το κρατήσουμε για πάρτη μας. Τότε μόνο ψάχνουμε τις επαφές του ή οτιδήποτε άλλο χρειαστεί, ώστε να το επιστρέψουμε στον κάτοχό του. ΣΕ ΚΑΜΙΑ ΑΛΛΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ.-

Αφού φαντάζομαι έγινα σαφής, με το αρχικό ερώτημα του θέματος, ας περάσουμε στα επιμέρους ζητήματα. Αν υποπτεύεσαι ότι σε κερατώνει μπορείς να τον ρωτήσεις. Αν η απάντησή του δεν σε ικανοποιήσει, είτε είναι θετική είτε αρνητική, μπορείς να τον χωρίσεις. Ναι, έχεις πάντα αυτή τη δυνατότητα, προτού προχωρήσεις σε μεθόδους ψαξίματος του κινητού, πρόσληψης ντετέκτιβ για να τον παρακολουθεί ή κάνοντας του βουντού ώστε να μην μπορεί να είναι σεξουαλικά ενεργός με κάποια άλλη πέρα από εσένα.

»Μα είμαι ερωτευμένη μαζί του, γιατί να τον χωρίσω»; Μα αφού δεν του έχεις εμπιστοσύνη. Τι άλλο μπορεί να σημαίνει το ψάξιμο του κινητού και πώς μπορείς να είσαι με κάποιον άνθρωπο που δεν του έχεις εμπιστοσύνη; Δηλαδή είσαι από εκείνες που δεν τον αφήνουν να βγει χωρίς εσένα μόνο και μόνο για να μην σε κερατώσει κι αν τυχόν τον αφήσουν να βγει τον παίρνουν κάθε 20 λεπτά στο τηλέφωνο, γιατί μόνο έτσι μπορούν να μειώσουν έστω λίγο τις πιθανότητες για κέρατο; Όχι. Άσε με να φαντάζομαι πως είσαι πιο έξυπνη και πιο αξιοπρεπής.

Γιατί προφανώς και είναι θέμα αξιοπρέπειας. Και αυτός είναι ένας εξίσου σημαντικός λόγος με την έλλειψη εμπιστοσύνης για να χωρίσεις. Άνθρωπος που σε βάζει να χάνεις την αξιοπρέπεια σου, γιατί την χάνεις όταν ψάχνεις το κινητό κάποιου ακόμα και αν δεν σε καταλάβει εκείνος, δεν αξίζει να είναι μαζί σου. Ή για να το πω ακόμα καλύτερα, δεν αξίζεις εσύ να είσαι μαζί του. Μην το κοιτάξεις το κινητό για πάρτη σου. Για να μπορείς να κοιτάς τον εαυτό σου στον καθρέφτη και να μην ντρέπεσαι. Αν ένα τέτοιο γεγονός δεν σε κάνει να ντρέπεσαι τι να πω; Θα χρειαστώ να γράψω ένα κείμενο περί αξιοπρέπειας μια άλλη μέρα.

Και για να κλείνω το κείμενο, γιατί τόση ώρα που το γράφω έχω γίνει σαν παντζάρι από τα νεύρα μου και με το ζόρι κρατιέμαι να είμαι κόσμιος, η ζήλια δεν μπορεί να αποτελεί δικαιολογία για καμία πράξη μας σε αυτή τη ζωή. Ό,τι και να μας έχουν πει οι ταινίες, τα μυθιστορήματα της Χρυσηίδας Δημουλίδου και η κολλητή μας για την »μαγεία» της ζήλιας στις ανθρώπινες σχέσεις είναι ψέματα. Η ζήλια είναι το ποταπότερο των ανθρώπινων συναισθημάτων και δεν έχει χώρο στη ζωή μας. Και επειδή υποπτεύομαι πως σου πέρασε από το μυαλό να μου πεις πως «λίγη ζήλεια είναι το αλατοπιπέρο σε μια σχέση», σε προλαβαίνω, δεν ισχύει. Αν ψάχνεις για αλατοπίπερο, μόνο στο «Μπαχάρ». Αυτά.

ΥΓ: Προφανώς έχω την ίδια άποψη και για την ερώτηση: «Μπορώ να τσεκάρω το κινητό της, αν έχω την υποψία ότι με κερατώνει»;

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε