«Γιωργάκη, να σου βάλω ένα κομμάτι ακόμα»;

Είμαι 10 χρονών. Οικογενειακή επίσκεψη σε θεία από Πλεμενιανά. Έχουμε μόλις τελειώσει το φαγητό. Στο τραπέζι εμφανίζεται ταψί με σοκολατόπιτα. Τρώω το κομμάτι που μου προσφέρει η θεία. Το υπόλοιπο ταψί όμως στέκεται απέναντι μου και με κοιτάζει. Το σιρόπι σοκολάτας τρέχει. Τα σάλια μου τρέχουν πιο γρήγορα. Το ζάχαρο μου έχει πιάσει πάτο. Έχω αρχίσει να ζαλίζομαι. Θέλω να φάω κι άλλο. Ντρέπομαι να ζητήσω. Παρακαλάω το Θεό κάποιος να μου προσφέρει ένα ακόμη κομμάτι. Και έρχεται η στιγμή που, μέσω Κοέλιο, το σύμπαν κάνει σωστά τη δουλειά του. Θεία: «Γιωργάκη να σου βάλω ένα κομμάτι ακόμα»; Γιωργάκης: «ΟΧΙ. ΟΧΙ. ΟΧΙ. Ευχαριστώ». Κόντρα σε Θεούς, δαίμονες, σάλια και θεία ο Γιωργάκης είπε «όχι». Και μάλιστα τριπλό. Αν όπου «Γιωργάκης» ταιριάζει εξίσου καλά το όνομά σου, συνέχισε να διαβάζεις. Αν όχι, κοιτάξου στον καθρέφτη. Έχει μεγαλώσει η μύτη σου.

Ο Γιωργάκης και εσύ – αφού διαβάζεις ακόμα- δεν είχατε το «όχι» μέσα στο multiple choice των πιθανών απαντήσεων σας. Κάτι ανώτερο σε έκανε να ξεστομίσεις εκείνη την απάντηση, ενώ στην ουσία ήθελες απεγνωσμένα να χώσεις όλη τη σοκολατόπιτα στο στόμα σου. Δεν ήταν ο Βελζεβούλης. Ο Βούδας. Ο Μεγάλος Αδερφός. Ήταν η φωνή της συνείδησης σου. Στο «Χ, να σου βάλω ένα ακόμα κομμάτι»; της θείας σου, δεκάδες μαμαδίστικες ατάκες πλημμύρισαν τον εγκέφαλο σου: «Είναι ντροπή να τρως έτσι σε ξένο σπίτι». «Θα σε περάσουν για λιγούρη». «Θα νομίζουν πως δεν σε ταΐζουμε». Ατάκες που φαντάζουν αθώες, αλλά είναι πιο ένοχες από ότι ο Ιούδας για προδοσία. Ατάκες τόσο βαθειά χαραγμένες στο μυαλό σου, που υπήρχαν μόνο 2 πιθανά (!) σενάρια να οδηγήσουν την σοκολατόπιτα στο στόμα σου. Σενάριο 1ο: Ανοιγοκλείνεις τα μάτια και εξαφανίζονται όλοι από το σπίτι. Μαζί με τα έπιπλα. Μένεις μόνος με τη σοκολατόπιτα με τον αμοιβαίο όρκο: «What happens here, stays here». Σενάριο 2ο: Ο θείος (απών μέχρι στιγμής) σε αρπάζει από τις γνάθους, όπως οι κυνηγοί τους κροκοδείλους στο discovery channel, την ώρα που η θεία φτυαρίζει ένα κομμάτι σοκολατόπιτα στο στόμα σου.

Η φωνή της συνείδησης/ μάνας είναι τόσο ισχυρή που έχει καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τα θέλω σου. (Μιας και έχεις αρχίσει ήδη να σκέφτεσαι τα περί Οιδιπόδειου Συμπλέγματος μου, σου ξεκαθαρίζω: Ναι. Έχω υπάρξει ερωτευμένος με τη μάνα μου, πιο πολύ από ότι ο Ρωμαίος με την Ιουλιέτα). Η επιρροή της, βέβαια, δεν περιορίζεται στο πως αντιμετωπίζεις τη σοκολατόπιτα της θείας από τα Πλεμενιανά. Πόσες φορές δεν έχεις απαντήσει: «ΤΙΠΟΤΑ. ΤΙΠΟΤΑ. ΤΙΠΟΤΑ»; Πάλι τριπλό. Όταν σε ρωτάνε τι δώρο θέλεις για τα ερχόμενα γενέθλια σου. Ή έχεις αρνηθεί να σε πάει κάποιος με το αμάξι στο σπίτι σου. Παρόλο που σε διαβεβαιώνει ότι δεν τον βάζεις σε κόπο. Και ότι έτσι και αλλιώς για να πάει στο σπίτι του περνάει από τον δρόμο που μένεις. Αν σε έχει επηρεάσει η φωνή της σε αυτά. Φαντάσου πόσο το έχει κάνει στις πιο σοβαρές επιλογές σου.

«Είναι τρομακτικό να συνειδητοποιείς ότι (δεν) κάνεις πράγματα που σε έμαθαν να (μην) θες». Ατάκα φίλης σε μια φεϊσμπουκική συζήτηση περί «θέλω». «Είναι τρομακτικότερο όταν συνειδητοποιείς ότι, αν και το ξέρεις, συνεχίζεις να (μην) κάνεις πράγματα που σε έμαθαν να (μην) θες», συμπλήρωσα.

Αύριο θα πάω ξανά στη θεία από τα Πλεμενιανά. Πριν καν μου προσφέρει σοκολατόπιτα, το ταψί θα βρίσκεται ήδη στα γόνατά μου.

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s