Τα 20α γενέθλια, το αφεντικό, ο κολλητός και οι Πανελλήνιες.

Στην ενήλικη ζωή μου, τέσσερα όνειρα έχω δει σε περισσότερες επαναλήψεις από ότι τα επεισόδια του «Ρετιρέ». Τα 20α μου γενέθλια. Ότι δίνω Πανελλήνιες. Τον τσακωμό με τον κολλητό μου, για τον οποίο σταματήσαμε να μιλάμε μετά το Λύκειο. Τον διάλογο με το αφεντικό μου, λίγο πριν παραιτηθώ από μια δουλειά.

Οι ειδικοί λένε ότι τα όνειρά μας έχουν σχέση με το υποσυνείδητο. Αυτά που συνεχίζουμε να βλέπουμε στον ύπνο μας, είναι γεγονότα που δεν έπαψαν να μας απασχολούν, καθώς δεν τα έχουμε ακόμα ξεπεράσει. Εγώ τα τρία από τα τέσσερα που προανέφερα έχω σταματήσει εδώ και χρόνια να τα βλέπω. Ποιο δεν έχω ξεπεράσει ακόμα, θα το μάθεις την άλλη εβδομάδα. Ας ξεκινήσουμε με τα γεγονότα που σχετίζονται με τα 20α μου γενέθλια και μου πήραν κάμποσα χρόνια να τα αφήσω πίσω μου.

Στο Πανεπιστήμιο όλα τα παιδιά από την παρέα έκαναν πάρτι ή μας έβγαζαν έξω στις γιορτές και στα γενέθλια τους. Εγώ μέχρι τα 20α μου γενέθλια δεν είχα οργανώσει κάτι. Από τη μία δεν είχα πιάσει ακόμα δουλειά, ώστε να έχω δικά μου χρήματα και από την άλλη το σπίτι που έμενα, δεν είχε διαστάσεις κατάλληλες για πάρτι. Σε κάθε γιορτή που πήγαινα ένιωθα και περισσότερες ενοχές που τρωγόπινα τσάμπα, χωρίς να έχω κεράσει και εγώ έστω μια φορά. Έτσι στα 20α μου γενέθλια, έχοντας κάτι ψιλά στην άκρη, αποφάσισα να βγάλω έξω την παρέα από το Πανεπιστήμιο συν τους κολλητούς μου. Πού να ξερα!

Το πρόγραμμα περιλάμβανε φαγοπότι στην αρχή και στη συνέχεια clubbing. Στη Λουίζης Ριανκούρ υπήρχε μια δοκιμασμένη οικογενειακά ταβέρνα, την οποία επισκέφθηκα μία εβδομάδα πριν τα γενέθλια μου, ώστε να φτιάξω ένα μενού, για να μην βγω εκτός μπάτζετ. Για τη συνέχεια είχα κλείσει τραπέζι στο «Σιδεράδικο».

Η ημέρα των γενεθλίων ήρθε και αφού παρέλαβα τους συμφοιτητές μου από το Μετρό της Πανόρμου, φτάσαμε στην ταβέρνα. Στην είσοδο του καταστήματος είπα με περίσσιο καμάρι το όνομα μου. Δεν είχα κλείσει ξανά τραπέζι μέχρι τότε στη ζωή μου. Το καμάρι κράτησε για ελάχιστα δευτερόλεπτα, αφού αμέσως συνειδητοποίησα ότι στο μαγαζί ήμασταν η μόνη παρέα που δεν είχε να διηγηθεί προσωπικές ιστορίες από την κατοχή. Η παρέα μου χαχάνιζε. Δεν ξέρω αν ήταν για αυτό το λόγο, αλλά εκείνη τη στιγμή ήμουν κάτι παραπάνω από βέβαιος ότι γελούσαν για αυτό το λόγο. Γνωστός ενοχικός γαρ. Καθίσαμε στο τραπέζι και πριν προλάβω να αρθρώσω λέξη, η παρέα άρχισε να παραγγέλνει. Άντε τώρα εσύ να βρεις κουράγιο να πεις ότι είχες ήδη φτιάξει συγκεκριμένο μενού, για να αποφύγεις το ενδεχόμενο να πλύνεις πιάτα. Ευτυχώς, έδειξαν έλεος -μάλλον ντράπηκαν να παραγγείλουν πολλά- και ο λογαριασμός ήρθε μικρότερος ακόμα και από τις αρχικές μου εκτιμήσεις.

Στη συνέχεια θα πηγαίναμε στο «Σιδεράδικο». Θα παίρναμε το Μετρό από την Πανόρμου και θα κατεβαίναμε στον Ευαγγελισμό. Στο Μετρό είχα ραντεβού και με τους κολλητούς μου. Όσο τους περιμέναμε, είχε πιάσει δυνατή βροχή με αυξητικές τάσεις. Μεταξύ των κολλητών ήταν και η κοπέλα ενός φίλου, η οποία δεν μας είχε στήσει ποτέ στο παρελθόν κάτω από μισή ώρα. Εδώ για το μέσο αναγνώστη προκύπτουν τουλάχιστον τρία εύλογα ερωτήματα: Γιατί την κάλεσα; Γιατί δεν της είπα να έρθει κατευθείαν στο μαγαζί; Γιατί έπρεπε να την περιμένουμε όλοι μαζί και όχι κάποιος από τους κολλητούς; Το κάζο με τα ΚΑΠΗ στην ταβέρνα είχε ήδη αρχίσει να μου ρίχνει την ψυχολογία, με αποτέλεσμα να μην μπορώ να σκεφτώ ψύχραιμα και να έχω αφήσει κάπου είκοσι ανθρώπους να περιμένουμε την φίλη μου μέσα στη βροχή. Ένας συμφοιτητής μου πρότεινε να ξεκινήσουν οι-της-σχολής για το Μετρό του Ευαγγελισμού και οι υπόλοιποι θα τους πετυχαίναμε εκεί. Έτσι και έγινε. Εγώ συνέχισα να περιμένω τη φίλη. 10’. 20’. 30’. Στα 40΄ στήσιμο, δέησε να έρθει. Μην έχοντας καν δύναμη να την βρίσω, βρίσκουμε ένα ταξί με πολύ κόπο, εγώ, αυτή και ο γκόμενος της (μα καλά γιατί δεν του έλεγα να την περιμένει εκείνος;) και ξεκινάμε για το club.

Ενώ βρισκόμαστε στο ταξί, με παίρνει τηλέφωνο ένας από τους συμφοιτητές μου, που περίμεναν στο Μετρό του Ευαγγελισμού: «Ρε συ Γιώργο, μόλις έκλεισε ο σταθμός, ρίχνει καρεκλοπόδαρα και δεν χωράμε όλοι κάτω από το υπόστεγο». Τα χτυπήματα ήταν απανωτά και εγώ όχι στην κατάλληλη κατάσταση για να τα αντέξω. Του έδωσα ραντεβού πίσω από το Hilton για να πάμε όλοι μαζί στο club. Ήμουν ήδη στο ταξί, άλλωστε, πόσο περισσότερο θα μπορούσα να αργήσω;

Η λογική μου εκείνη την ώρα ήταν λογική μεθυσμένου 5χρονου που δεν έχει σώας τα φρένας. Καθώς το ταξί περνούσε έξω από το Holiday Inn, είπα στον ταξιτζή να σταματήσει, αφού είχα φτάσει (;) στον προορισμό μου. Για ένα αδιευκρίνιστο λόγο, μπερδεύω ακόμα το σημείο πίσω από το Hilton με το σημείο μπροστά από το τότε Holiday Inn. Ακόμα και τώρα που το γράφω δεν είμαι σίγουρος για το ποιο ξενοδοχείο είναι πού.

Έχοντας φτάσει, λοιπόν, στην περιοχή του Holiday Inn, κατεβαίνω από το ταξί και αφήνω το ζευγάρι να κατευθυνθεί προς το club. Με το που πατάω και τα δύο μου πόδια στην άσφαλτο της Μιχαλακοπούλου, συνειδητοποιώ ότι έχω κατέβει ένα χιλιόμετρο νωρίτερα από τον προορισμό μου. Υποψιάζομαι ότι έχω αρχίσει να κλαίω από όλα αυτά που μου συμβαίνουν, αλλά η βροχή πέφτει τόσο δυνατά που δεν έχω ακόμα καταλάβει αν όντως έκλαιγα. Είμαι έτοιμος να αρχίσω να τρέχω για να μην στήσω κι άλλο τους συμφοιτητές μου, αλλά με σταματάει ο ήχος  αντικειμένων που πέφτουν. Τα αντικείμενα αυτά ήταν κάποια από τα δώρα που μου χαν πάρει οι φίλοι μου και τα χαν βάλει σε χάρτινες σακούλες. Οι σακούλες είχαν λιώσει και τα δώρα κείτονταν ήδη στο πάτωμα.

Κάνε το εικόνα: Εγώ με πουκάμισο, παλτό και καλό παπούτσι, βρεγμένος μέχρι το μποξεράκι, μυξοκλαμμένος, κρατάω καμιά 10ριά πλαστικές σακούλες, ένα ξυπνητήρι (δώρο) στο δεξί χέρι και μια μπάλα του Παναθηναϊκού στο αριστερό (δώρο και αυτή) –αυτή με τις υπογραφές των παικτών από τη χρονιά που χάσαμε στους «8» του Ch. L. από την Μπαρτσελόνα. Ποτέ άλλοτε δεν ζήτησα τόσο έντονα από το Χάρο να έρθει να με πάρει.

Μπορεί ο Αχέροντας να είχε δημιουργηθεί μπροστά μου, ωστόσο ο βαρκάρης ποτέ δεν ήρθε. Κούτσα κούτσα και λούτσα λούτσα έφτασα στα Mc Donalds που βρισκόντουσαν πίσω από το Hilton. Ευτυχώς οι φίλοι μου δεν είχαν φτάσει ακόμα για να με αντικρίσουν στην τραγική κατάσταση όπου βρισκόμουν. Μπήκα στο αμερικάνικο ταχυφαγείο με ψυχολογία και ύφος φιλαράκι-έχεις-ένα-κατοστάρικο; Πήγα στην ταμεία και αφού της περιέγραψα πως είχε η κατάσταση (λες και ήταν γκαβή) της ζήτησα μια μεγάλη σακούλα για να βάλω τα δώρα. Το είδος σακούλας που μου δωσε εκείνη τη στιγμή δεν το χω ξαναδεί στη ζωή μου. Μου δωσε μια λευκή γιγαντιαία σακούλα σκουπιδιών! Την πήρα με ευγνωμοσύνη. Την γέμισα με τα δώρα. Την πέταξα στον ώμο σαν σύγχρονος άγιος Βασίλης και βγήκα από το μαγαζί. Από απέναντι είχε αρχίσει να αχνοφαίνεται η  παρέα μου, η οποία πλατσούριζε στα λιμνάκια της Μιχαλακοπούλου.

Φοράω χαμόγελο κλόουν και κατευθυνόμαστε προς το «Σιδεράδικο». Στην πόρτα λέω το επίθετό μου (δεύτερη φορά στη ζωή μου που είχα κλείσει τραπέζι στο όνομα μου). Αφήνω τη σκουπιδοσακούλα στην πόρτα και επιτρέπω στον «μετρ» να μας συνοδεύσει μέχρι το τραπέζι. Στη θέα του τραπεζιού ήρθα αντιμέτωπος με πολλαπλά εγκεφαλικά. Είχα κλείσει τραπέζι για κάπου είκοσι άτομα, ενώ εκεί χωρούσαν το πολύ πέντε. Σαν να μην έφτανε αυτό, επάνω στο τραπέζι υπήρχε ένα «Dimple», χωρίς εγώ να το έχω παραγγείλει. Μετά από μια μικρή μανούρα για το τραπέζι, ψιλομανούριασα και για το «Dimple», μέχρι που ο σερβιτόρος μου εξήγησε πως το προκείμενης μάρκας μπουκάλι βρισκόταν εκεί, απλώς για να φαίνεται ότι το συγκεκριμένο τραπέζι ήταν ρεζερβέ. Χαλόου!

Στη συνέχεια άρχισα να αγχώνομαι για το κατά πόσο θα δέσει η παρέα. Οι πανεπιστημιακοί με τους κολλητούς. Αργότερα θυμάμαι κάτι κοκτέιλ, κάτι σφηνάκια και εμένα να ποζάρω για φωτογραφίες αγκαλιά με άδεια μπουκάλια. Όχι Dimple και χωρίς να έχει εφευρεθεί ακόμα το facebook και το guestlist.gr. Ευτυχώς ήπια τόσο πολύ που στα υπόλοιπα (;) γενέθλια πέρασα καλά. Μακάρι να μπορούσα να πω το ίδιο και για τις επόμενες νύχτες.

To be continued.

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

One Response to Τα 20α γενέθλια, το αφεντικό, ο κολλητός και οι Πανελλήνιες.

  1. Ο/Η Εύα Μπότη λέει:

    Χαχαχαχαχαχχαχα Σόρι φίλε που γελάω, αλλά τα γενέθλια τα κάνουμε στο σπίτι, με τούρτα, γλυκά, και ανάλογη διακόσμηση. Ε και κάνα κλαμπάκι μετά. Άμα περιμένεις να τρέχετε μες στην Αθήνα σε διαφορετικά μαγαζιά κια με πολλούς άσχετους μεταξύ τους, βράσε ρύζι……

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s