Από τον Αλέφαντο στην Αβάνα.

Εχθές άρχισα να διαβάζω την αυτοβιογραφία του Νίκου Αλέφαντου. Στις πρώτες σελίδες αναφέρει ότι έχει τελειώσει το 3ο Γυμνάσιο Αθηνών. Το ίδιο με εμένα. Πριν προλάβω να σκεφτώ: «τι μικρός που είναι ο κόσμος», ήρθε στο μυαλό μου η παρακάτω ιστορία:

Αβάνα. Μάιος 2009. Εγώ, κολλητός από το γυμνάσιο και συμφοιτητής κολλητού σουλατσάρουμε στη Μαλεκόν (η παραλιακή της Αβάνας). Είμαστε ήδη μια εβδομάδα στην Κούβα και οδεύουμε προς την Παλιά Πόλη, όπου έχουμε εντοπίσει ένα ωραίο μπαρ.

Καθοδόν μας σταματάει ένας τύπος, ο οποίος μας άκουσε να μιλάμε ελληνικά και μας πιάνει την κουβέντα. Μας εξηγεί ότι ο πατέρας του είναι Έλληνας και ότι θα ήθελε να τον γνωρίσουμε, μιας και έχει καιρό να δει κάποιον συμπατριώτη του. Βιώνουμε τον κλασικό ενθουσιασμό του να συναντάς Έλληνα οπουδήποτε έξω από τα σύνορα της χώρας μας και προφανώς δεχόμαστε. Πάμε ομαδικώς στο μπαρ, που είχαμε από την αρχή ως στόχο και ο τύπος παίρνει από ένα καρτοτηλέφωνο τον πατέρα του. Του λέω σε ποιο μπαρ βρισκόμαστε και σε πέντε λεπτά είναι εκεί.

Καθόμαστε σε ένα τραπέζι τα τρία ελληνόπουλα και τα δύο κουβανοελληνόπουλα. Ο πατέρας είναι ένας ξερακιανός 55αρης, γόνος Έλληνα ναυτικού και μιας Κουβανής. Τον λένε Γιώργο και μας παρουσιάζεται σαν ορθοπεδικός σε ένα ιδιωτικό νοσοκομείο για τουρίστες (!) στην Αβάνα. (Κράτα σημειώσεις, θα σου χρειαστούν παρακάτω). Με συνοπτικές διαδικασίες η κουβέντα πάει στο σεξ, χρησιμοποιώντας πάντα την ελληνοϊσπανοαγγλική διάλεκτο. Μας λέει ότι του «σηκώνεται» μια φορά την εβδομάδα, ενώ εμάς κάθε μέρα. Μας περιγράφει πώς είναι οι Κουβανές στο κρεβάτι. Μας πληροφορεί ότι για να γαμήσεις πρέπει εκτός από το να πληρώσεις την πουτάνα, να λαδώσεις τον ξενοδόχο και τον ταρίφα που θα την φέρει στο ξενοδοχείο. Κάθε του πρόταση περιλαμβάνει μία από τις παρακάτω λέξεις: «joder, μαλάκα, fuck». Εμείς. Τα τρία ελληνόπουλα έχουμε χαμόγελο αποχαύνωσης σαν να έχουμε εκσπερματίσει πριν ένα δευτερόλεπτο και αδυνατούμε να αντιληφθούμε πλήρως το μεγαλείο της στιγμής. Βγάζουμε φωτογραφίες αγκαλιά με τους νέους μας φίλους σαν πρωταγωνιστές του «Hangover». Όπου Mr. Chow, ο Γιώργος.  Βρισκόμαστε στην άλλη άκρη του πλανήτη με έναν ελληνοκουβανό και μιλάμε στα ελληνοϊσπανοαγγλικά για τις στύσεις μας. Σε ποιον να το πεις και να σε πιστέψει;

Μέσα στη γενικότερη ατμόσφαιρα ονείρωξης του λέω σε ποιο ξενοδοχείο μένουμε και υπόσχεται πως από την επομένη θα γίνει ο προσωπικός μας ξεναγός στην άλλη πλευρά της Αβάνας, την οποία μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχαμε γνωρίσει. Τα τρία ελληνόπουλα γυρνάμε στο ξενοδοχείο και προσπαθούμε να πέσουμε για ύπνο. Από τον ενθουσιασμό μας πρέπει να κάναμε περισσότερη ώρα να κοιμηθούμε από ότι μια μέρα πριν φύγουμε για την πενθήμερη της 3ης Λυκείου.

Την άλλη μέρα ο Γιωργέλης (όπως τον αποκαλούσε ο τρίτος της παρέας) «χτύπησε». Πήρε τηλέφωνο στο δωμάτιο και κλείσαμε ραντεβού για να αρχίσει η ξενάγηση. Τα κονέ τα έκανε κυρίως με εμένα, γιατί τα ισπανικά μου ήταν καλύτερα από των υπολοίπων. Δεν θυμάμαι πού μας πήγαινε. Θυμάμαι, όμως, τις συζητήσεις μας. Η κουβέντα περιστρεφόταν πάντα γύρω από πουτάνες και πούρα. Βασικά με όποιον Κουβανό και να μιλήσεις, δύσκολα θα ξεφύγεις από αυτά τα θέματα συζήτησης. Όχι πως μας χαλούσε βέβαια.

Ξέχασα τον γιο. Τον τύπο που μας είχε φέρει σε επαφή με το Γιωργέλη. Από την πρώτη μέρα της γνωριμίας μας, δεν τον είδαμε ξανά. Στην πρώτη μας έξοδο, ο Γιωργέλης μας είπε πως καλό θα ήταν αν συναντούσαμε τον γιο του κάποια στιγμή, να μην του αναφέραμε ότι είχαμε βγει με το Γιωργέλη χωρίς εκείνον (τον γιο), γιατί θα στενοχωριόταν. Κάτι άρχιζε να βρωμάει…

Οι μέρες ξενάγησης από τον Γιωργέλη καλά κρατούσαν, όμως ο Γιωργέλης δεν μας τα έλεγε και πολύ καλά. Πηγαίναμε σε ένα εστιατόριο. Παραγγέλναμε, τρώγαμε, ερχόταν ο λογαριασμός. Ο Γιωργέλης έκανε τον Κινέζο. Πηγαίναμε σε ένα μπαρ. Παραγγέλναμε, πίναμε, ερχόταν ο λογαριασμός. Ο Γιωργέλης έκανε τον Κινέζο. Κάτι είχε αρχίσει να ζέχνει. Οι μέρες περνούσαν και ο Γιωργέλης δεν έβαζε το χέρι στην τσέπη. Βέβαια, ούτε εμείς «ψωνίζαμε» από τις πουτάνες ή τα πούρα που μας πρότεινε, οπότε και οι δύο πλευρές είχαμε αρχίσει να ψιλοξενερώνουμε.

Σε μία από τις εξόδους μας ο Ελληνοκουβανός «γιατρός», μας πήγε στο σπίτι ενός φίλου του για να αγοράσουμε πούρα σε καλή τιμή. Σε δύο μέρες γυρίζαμε στην Ελλάδα και οφείλαμε να φέρουμε κουβανέζικα εξαγώγιμα προϊόντα στην πατρίδα. Αν και το συγκεκριμένο σπίτι εξωτερικά έδειχνε ότι με ένα σεισμό πέντε Ρίχτερ δεν θα έμενε ούτε σιδερόβεργα όρθια (όπως όλα τα οικήματα στην Αβάνα άλλωστε), μέσα η εικόνα άλλαζε πλήρως. Οθόνες πλάσμα στους τοίχους.  Πανάκριβα ηχοσυστήματα. Δεκάδες κούτες με πούρα. Σφραγισμένα κιβώτια. Σαν να μην έφτανε το background, οι δύο οικοδεσπότες έμοιαζαν με τσιράκια του Αλ Πατσίνο από το «Scarface». Το μόνο που έλειπε για να νιώσουμε ότι συμμετέχουμε στην προκειμένη ταινία ήταν ο Τόνι Μοντάνα και ένας χιονάνθρωπος από κόκα.

Το χολιγουντιανό σκηνικό μας άγχωνε και είχαμε αρχίσει να ψάχνουμε με το βλέμμα μας πιθανές εξόδους σωτηρίας. Καταπακτές. Παράθυρα. Μπαλκόνια. Η σκέψη ότι τα νεφρά μας την επομένη θα έκαναν τη διαδρομή Γκουαντάναμο-Μαϊάμι είχε αρχίσει να μου τριβελίζει το μυαλό.  Αποκορύφωμα ήταν η στιγμή που ο Γιωργέλης μιλούσε στα μουλωχτά με τους «οικοδεσπότες». Εκείνοι άρχισαν να ρωτάνε για εμάς. Αυτός κάνοντας ένα ανεπαίσθητο νεύμα προς το μέρος μου, τους είπε να σταματήσουν μιας και καταλάβαινα ισπανικά. Πήραμε τα πούρα άρον άρον και την κάναμε. Κάπου εκεί τέλειωσαν και οι επαφές μας με το Γιωργέλη. Εμείς (Hello!) καταλάβαμε ότι ήταν ψιλολαμόγιο και αυτός ότι ήμασταν λιμούτσια και ότι πέρα από καμιά μπίρα και κανένα πιάτο φαΐ δεν θα έβγαζε τίποτα παραπάνω από εμάς.

Η επόμενη σκηνή της ιστορίας εκτυλίσσεται στο σπίτι μου στην Αθήνα. Κάθομαι στο γραφείο μου και περνάω στον υπολογιστή τις φωτογραφίες από το ταξίδι στην Κούβα. Στο δωμάτιο βρίσκεται και ο πατέρας μου (συνταξιούχος ναυτικός). Μόλις βλέπει τη φωτογραφία μας από το μπαρ που είμαστε αγκαλιά με τον Γιωργέλη κάνει: «Ωπ! Ο Γιώργος». Έχω μείνει αποσβολωμένος να κοιτάω τον πατέρα μου, ο οποίος συνεχίζει χαμογελαστός: «Ρε το λαμόγιο. Κάθε φορά που δέναμε στην Αβάνα, έμπαινε στο πλοίο με καμιά 15ρια πουτάνες τις οποίες μας τις παρουσίαζε σαν γιατρούς και νοσοκόμες».

Πατέρας και γιος έπεσαν στον ίδιο νταβά στην άλλη άκρη του Ατλαντικού με τουλάχιστον πέντε χρόνια διαφορά. Είπες κάτι για τον Αλέφαντο και το 3ο;

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

4 Responses to Από τον Αλέφαντο στην Αβάνα.

  1. Ο/Η Taskoudi Maria λέει:

    Photos or it didn’t happen! 😛

  2. Ο/Η konstantinos λέει:

    Το ερώτημα είναι το εξής: Αλήθεια ή ψέμματα…;; δηλαδή είναι αληθινή βιωματική ιστορία δική σου;; κάποιου φίλου και το παρουσιάζεις σαν κάτι »προσωπικό» σου; μπορεί και συνδυαστικά..ποιός ξέρει..Πάντως όπως και να ‘χει τα φέρνει με τέτοιο τρόπο η ζωή που ανατρέπει αυτό που ΄΄νομίζουμε΄΄ δεδομένο…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s