Συγκάτοικοι Vs Κατσαρίδα.

«…έχουμε μια κατσαρίδα στην κουζίνα…», μου ανέφερε, μεταξύ άλλων, αρκετά χαλαρός ο συγκάτοικος στο κινητό. «Και πώς χειρίζεσαι την κατάσταση»; τον ρώτησα εξίσου χαλαρός, παρότι γνωρίζαμε ότι η δήλωση του δεν ήταν καθόλου αστεία και για τους δυο μας.

Δεκατέσσερις μήνες στο σπίτι μας δεν είχαμε δει ούτε μία κατσαρίδα. Πενήντα οχτώ χρόνια ζωής, είκοσι εννιά ο καθένας μας, δεν είχαμε σκοτώσει ούτε μία κατσαρίδα. Είχε έρθει η ώρα να γίνουμε άντρες.

Φεύγω από το φαγάδικο που βρισκόμουν και σε δέκα λεπτά φτάνω στο σπίτι. Παρκάρω το μηχανάκι και βλέπω το φως της κουζίνας μας αναμμένο στη μία το βράδυ. Η τελευταία φορά που ήταν αναμμένο τέτοια ώρα, ήταν στο τελευταίο μας πάρτι.

Κατάλαβα αμέσως τη σημειολογία του αναμμένου φωτός. Δεν επρόκειτο για πάρτι, αλλά για πόλεμο. Ανεβαίνοντας στο διαμέρισμα δεν ήξερα τι θα συναντήσω. Δεν ήθελα να πάει ο νους μου στο κακό. Μπαίνω στο διαμέρισμα και κατευθύνομαι προς την κουζίνα. Η πόρτα της ήταν κλειστή, το φως -όπως είχα δει από το δρόμο- αναμμένο και το εντομοκτόνο μπροστά στην πόρτα. Από το εξίσου φωταγωγημένο δωμάτιο του, ξεπρόβαλε ο συγκάτοικος φορώντας ένα μποξεράκι και τα παπούτσια. Μόνο. Ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει. Μάλλον δεν είχε καν αρχίσει.

«Πήγα να βάλω παγωτό. Την είδα κάτω από το τραπέζι. Της πέταξα το παπούτσι, αλλά δεν την πέτυχα. Έκλεισα την πόρτα, για να μην πάει σε άλλο δωμάτιο». Ύστερα από αυτό το briefing του συγκατοίκου, άνοιξα την πόρτα της κουζίνας για να μελετήσω και εγώ ο ίδιος την κατάσταση. Η κουζίνα ήταν όπως την είχα αφήσει το απόγευμα με δύο όμως σημαντικές διαφορές. Κάτω από το τραπέζι βρισκόταν μια κατσαρίδα-ερπετό. Μέσα στον σκουπιδοτενεκέ βρισκόταν το παπούτσι του συγκατοίκου. Αυτό που πέταξε στην κατσαρίδα και δεν την πέτυχε. Έκλεισα την πόρτα. Στράφηκα στον συγκάτοικο. Απλώσαμε τον χάρτη της κουζίνας στο πάτωμα του διαδρόμου και αρχίσαμε να καταστρώνουμε τη στρατηγική μας.

Ελλείψει πρότερης εμπειρίας, καταθέσαμε τις στρατηγικές που είχαμε ακούσει από μανάδες, κοπέλες και φίλες. Βγάλαμε το πόρισμα: Ο συγκάτοικος θα προσπαθούσε να την μαστουρώσει με το εντομοκτόνο και εγώ θα την κοπανούσα με τη σφουγγαρίστρα. Το σενάριο να την πατούσαμε με παπούτσι, δεν έπαιζε. Πιστεύω ακράδαντα πως αν με πλησιάσει ένα τέτοιο ζώο σε απόσταση μικρότερη του ενός μέτρου θα λιποθυμήσω. Το ίδιο και ο συγκάτοικος.

Στο εγκεφαλικό μας background ακουγόντουσαν τα ταμπούρλα του πολέμου: «Ταμ. Ταρατάμ. Ταρατάμ». Στα κεφάλια μας φορούσαμε νοερά μπαντάνες δεμένες α λα Καράτε Κιντ. Ο πόλεμος ξεκινούσε και εμείς ήμασταν στην πρώτη γραμμή. Άνοιξα την πόρτα. Αν και ήμασταν μόνο δύο άτομα, είχαμε σχηματισμό σπαρτιατικής φάλαγγας. Εντοπίζουμε την κατσαρίδα η οποία είχε σταθεί δίπλα στον σκουπιδοτενεκέ. Εγώ κρατούσα την σφουγγαρίστρα. Ο συγκάτοικος το εντομοκτόνο. Η κατσαρίδα τίποτα. Αδικία; Ίσως.

Κοιτάζουμε την κατσαρίδα. Εκείνη κοίταζε εμάς. Ή έτσι τουλάχιστον έδειχνε. Την πλησιάζουμε με αργό πλαγιαστό βηματισμό. Πάντα σε σχηματισμό φάλαγγας. (Περιττό να πω πως αν έκανε έστω ένα βήμα προς εμάς, θα είχαμε πετάξει σφουγγαρίστρα και εντομοκτόνο στον αέρα και θα χαμε κοιμηθεί αγκαλιά). Αφού προσπαθήσαμε να της πάρουμε τη μαγκιά με το βλέμμα, εκείνη μετακινήθηκε προς κάτι άδειες σακούλες από σούπερ μάρκετ που έχουμε κάτω από το φουρνάκι. «Δεν θέλουμε να μπει εκεί μέσα» είπαμε με ένα στόμα, μια φωνή. Την διώχνω με τη σφουγγαρίστρα και πηγαίνει προς ένα μισάνοιχτο ντουλαπάκι. Οι κατσαρίδες στην προηγούμενη τους ζωή πρέπει να ήταν ηδονοβλεψίες. Δεν μπορώ να εξηγήσω την εμμονή τους προς τα μισάνοιχτα ντουλάπια-πόρτες-παράθυρα.

Η κατσαρίδα κοντοστέκεται στην άκρη του μισάνοιχτου ντουλαπιού και κάνει κίνηση ματ. Κουνάει τα φτερά της. Με αυτά τα πράγματα δεν παίζουν. Το momentum ήταν και πάλι δικό της. Έπρεπε να κάνουμε κάτι άμεσα πριν αρχίσει να πετάει μέσα στην κουζίνα και μας αναγκάσει να χτίσουμε με τσιμέντο την πόρτα του δωματίου μια για πάντα. Πλησιάζουμε ταυτόχρονα με σφουγγαρίστρα και εντομοκτόνο. Ο συγκάτοικος την ζαλίζει. Λίγο. Εγώ την χτυπάω. Λίγο. Εκείνη πάει προς τον τοίχο με το βλέμμα προς την πόρτα. Δηλαδή προς τα εμάς. Μας είχε κάνει τη χάρη να μην μπει στις σακούλες. Να μην μπει στο μισάνοιχτο ντουλάπι και να μην πετάξει. Η πλάστιγγα είχε γείρει πλέον προς το μέρος μας.

Της πετυχαίνω ένα καίριο χτύπημα με τη σφουγγαρίστρα και την σωριάζω στη μέση της κουζίνας. Έπεσε ανάσκελα και κουνούσε τα πόδια. Είχε πετάξει λευκή πετσέτα. Φωνάζω «νενικήκαμεν» και κάνω hi-5 με τον συγκάτοικο.

Μπορεί η κατσαρίδα να ήταν ανάσκελα. Δεν ήταν όμως και νεκρή. Και κανείς από τους δύο δεν ήθελε να νιώσει στο πόδι του την αίσθηση που συνοδεύει το «κλατς» του να πατήσεις ένα τέτοιο «ζώο». Τι μπορούσαμε να κάνουμε; Πήραμε ένα περιοδικό. Το βάλαμε σαν σάβανο πάνω στην κατσαρίδα και χοροπήδηξα με μανία τουλάχιστον τρεις φορές πάνω του και με τα δυο μου πόδια. Από τη μία έβγαλα το στρες που μου χε προκαλέσει ο πόλεμος. Από την άλλη το έκανα για παραδειγματισμό. Ήλπιζα ότι κάποια άλλη κατσαρίδα θα με έβλεπε από κάποιο μισάνοιχτο παράθυρο (δεν το χουν άλλωστε σε τίποτα) και θα μας έβγαινε η φήμη. Αυτοί οι τύποι δεν αστειεύονται με τις κατσαρίδες.-

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged , , . Bookmark the permalink.

3 Responses to Συγκάτοικοι Vs Κατσαρίδα.

  1. Ο/Η evan λέει:

    ξέρετε πια ποιους πρεπει να καλείτε…

  2. Ο/Η Σοφία λέει:

    2φορές έχω πατήσει κατσαρίδα…την μία είχα πιεί πολύ και την άλλη είχα πάαααρα πολλά νεύρα!Τις υπόλοιπες φορές τις σκότωσα με έναν μοναδικό τρόπο που ανακάλυψα σε ώρα ανάγκης (μόνη στο σπίτι χωρίς εντομοκτόνο). υγρό για τζάμια! πρώτα σχηματίζεις έναν κύκλο γύρω της και μετά την πυροβολείς…είναι ψόφια σε λιγότερο από 1λεπτό!!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s