Κρίση πανικού.

Την Μεγάλη Εβδομάδα του 2005 βρέθηκα με μια παρέα πέντε ατόμων στην Ολλανδία. Αν και στην Ελλάδα η τελευταία φορά που πήγαμε σε αρχαιολογικό χώρο ήταν στις Μυκήνες, στην ημερήσια της 6ης Δημοτικού, στην Ολλανδία μας έπιασε το κλασικό σύνδρομο του Ελληναρά που δεν αφήνει gallery και installation χωρίς να το επισκεφθεί με το που περάσει τα σύνορα. Στα πλαίσια του παραπάνω συνδρόμου πήγαμε και στο Βάλκενμπουργκ-ανάθεμα με αν το ξέρει έστω και ένας Ολλανδός πέρα από τους ντόπιους- για να μπούμε στις κατακόμβες του, που αποτελούν πιστή αντιγραφή των αντιστοίχων της αρχαίας Ρώμης.

Spoiler alert: Στις κατακόμβες έπαθα κρίση πανικού. Δεν ξέρω αν έπαθα αυτό που ορίζεται επιστημονικά ως «κρίση πανικού», αλλά ήταν σίγουρα αυτό που παρουσιάζουμε ως «κρίση πανικού» στις μεταξύ μας συζητήσεις.

Φτάνουμε έξω από τις κατακόμβες. Ξαφνικά μας σκέπασε ένα μαύρο σύννεφο και μέχρι να βρούμε το κουβούκλιο με τις πληροφορίες για το πρόγραμμα των ξεναγήσεων στο αξιοθέατο, είχε αρχίσει να ψιλοβρέχει. Μέσα στο κουβούκλιο καθόταν ένας Ολλανδός  ξεναγός, ο οποίος άκουγε στη διαπασών μια μουσική ανάμεσα σε «Rotting Christ» και «Carmina Bourana».

Ο ξεναγός μας είπε να περιμένουμε ένα τέταρτο μήπως έρθει και κάποια άλλη παρέα για την ξενάγηση. Άλλος τουρίστας δεν εμφανίστηκε και σε δεκαπέντε λεπτά ο Ολλανδός βγήκε από το κουβούκλιο. Το δέος που μου χαν προκαλέσει τα μουσικά του ακούσματα διατηρήθηκε με το που τον είδα να ξεπροβάλει. Με μετριοπαθείς εκτιμήσεις ήταν κοντά στα δύο μέτρα και στα 150 κιλά. Μας οδήγησε προς την είσοδο των κατακομβών κουτσαίνοντας. Rotting Christ-ψιλόβροχο συν κουτσό-γομάρι-ξεναγός είχαν φτιάξει ένα ιδανικό πρόλογο για το τι επρόκειτο να ακολουθήσει.

Ο ξεναγός κοντοστάθηκε έξω από την είσοδο και αφού ξεπέταξε τα προβλεπόμενα για την ερχόμενη ξενάγηση, συνέχισε: «Πρέπει να διατηρήστε σε απόσταση το πολύ ενός μέτρου από εμένα και να με ακολουθείτε πιστά», «το σύστημα κατασκευής των κατακομβών είναι τόσο περίπλοκο που αν χαθείτε, μπορεί να σας βρουν-γιατί μόνοι σας δεν πρόκειται να βγείτε έξω- μετά από εβδομάδες», «ένας τουρίστας σαν και εσάς που ακολούθησε λάθος μονοπάτι βρέθηκε είκοσι μέρες μετά, δεκαπέντε χιλιόμετρα έξω από το Βάλκενμπουργκ, αφού οι κατακόμβες επικοινωνούν και με γειτονικές πόλεις».

Οι προσπάθειες δημιουργίας κλίματος από τον ξεναγό δεν με εμπόδισαν να περάσω τις πύλες των κατακομβών με αέρα Μάγιας Τσόκλη. Παρόλα αυτά, ο σπόρος της φοβίας είχε φυτευτεί ήδη μέσα μου.

Η ατμόσφαιρα στις κατακόμβες είχε ως εξής: χαμηλός φωτισμός από δάδες και φανάρια που κρέμονταν στους τοίχους, ο οποίος μειωνόταν όσο διεισδύαμε στο εσωτερικό τους. Τοίχοι που έσταζαν από υγρασία και χαμηλή θερμοκρασία που γινόταν αντιληπτή από τα χνώτα μας που φαίνονταν καθώς ανασαίναμε.

Ενώ προχωρούσαμε, τα δωμάτια άρχιζαν να στενεύουν, ώσπου φτάσαμε σε διαδρόμους στους οποίους χωρούσε να περάσει μόλις ένα άτομο. Τότε ο ξεναγός προειδοποίησε πως στη συνέχεια θα βρίσκαμε διαδρόμους που όχι μόνο δεν θα χωρούσε πάνω από ένας, αλλά αυτός ο ένας θα έπρεπε να περάσει μπουσουλώντας. Αυτή η αποκάλυψη ήταν το λίπασμα πάνω στο σπόρο της φοβίας που είχε φυτευτεί μέσα μου νωρίτερα. Παρόλα αυτά, διατηρούσα τον έλεγχο της κατάστασης, αρκεί να μην βρισκόταν κάτι να ποτίσει το σπόρο.

Σε ένα από τα επόμενα δωμάτια των κατακομβών κάναμε στάση και ο Ολλανδός συνέχισε το χαβά του. Τον άκουγα, ενώ είχα αρχίσει να αμφιβάλω για το κατά πόσο ήμουν διατεθειμένος να αρχίσω να μπουσουλάω προκειμένου να επισκεφθώ κάποιο από τα επόμενα δωμάτια, αλλά και να συνεχίσω γενικότερα το tour, ώσπου μια κοπέλα από την παρέα μου ζήτησε μια τσίχλα. Δεν είχα. Ούτε διάθεση, ούτε τσίχλα.

Άρχισαν να μου ρχονται στο μυαλό εικόνες από τότε στην β’ γυμνασίου που είχα κλειστεί στο ασανσέρ του φροντιστηρίου και κόντεψα να λιποθυμήσω μέχρι να με βγάλουν. Τις εικόνες διέκοψε απότομα η φίλη μου που μασούσε πλέον όσες τσίχλες είχε βρει σαν μανιασμένη: «Γιώργο δεν νιώθω καλά. Δεν μπορώ να αναπνεύσω. Θέλω να βγω έξω». Εκείνη τη στιγμή ήταν σαν να έβγαλε το ποτιστήρι και άρχισε να ποτίζει το σπόρο της φοβίας που είχα μέσα μου εδώ και ώρα. Μέσα σε δέκατα δευτερολέπτου ο σπόρος είχε γίνει δέντρο με περικοκλάδες και εγώ είχα αποφασίσει πως ήθελα να διακτινιστώ σε έναν οποιοδήποτε χώρο έξω από τις κατακόμβες.

Σύμπτωμα πρώτο: άρχισα να μην καταλαβαίνω λέξη από αυτά που έλεγε ο Ολλανδός. Σύμπτωμα δεύτερο: ο διαθέσιμος αέρας στο χώρο άρχισε να μειώνεται κατά 10% σε κάθε μου ανάσα. Σύμπτωμα τρίτο: σε κάθε βήμα μου, οι τοίχοι ερχόντουσαν όλο και πιο κοντά. Έψαξα την τσέπη μου για κομπολόι. Ποτέ δεν είχα κομπολόι. Έψαξα για τσίχλα. Όλες τις τσίχλες της παρέας τις είχε φάει η φίλη μου.

Βρισκόμουν πλέον σε τέτοια κατάσταση που και στριπτίζ να έκανε ο Ολλανδός δεν υπήρχε περίπτωση να ξεχαστώ. «ΘΕΛΩ ΝΑ ΒΓΩ ΕΞΩ ΤΩΡΑ», σκεφτόμουν/ψιθύριζα/φώναζα; Δεν ξέρω. Πριν προλάβω να καταλάβω, πετάχτηκε η φίλη μου και του λέει πως δεν νιώθει καλά και θέλει να βγει έξω. Εκείνος συνέχισε ατάραχος να μας λέει τα δικά του. Πετάγομαι κι εγώ και του λέω ότι θέλω να βγω. Μας απαντάει ψυχρά: «σε λίγο». Επανέρχεται η φίλη μου, όχι τόσο ψύχραιμα αυτή τη φορά: «θέλουμε να βγούμε ΤΩΡΑ».

Οι παλμοί μου ανά λεπτό διεκδικούσαν πλέον θέση στο βιβλίο με τα ρεκόρ Γκίνες, τα χέρια μου έτρεμαν σαν να είχα πιει τρεις φραπέδες, ενώ είχαν αρχίσει να δημιουργούνται σταλακτίτες στις μασχάλες μου από τον ιδρώτα. Ήμουν σίγουρος ότι θα πεθάνω. Το μόνο που δεν ήξερα ακόμα ήταν ο τρόπος. Από ασφυξία; καρδιά; αφυδάτωση ή μάλλον με ένα τριπλό combo χτύπημα από τα προαναφερθέντα; Ο ξεναγός βλέποντας ότι μέσα σε όλα είχαμε αρχίσει να αλλάζουμε και χρώμα, αποφάσισε να μας οδηγήσει προς την έξοδο.

Αν και στο μπες για να φτάσουμε στο σημείο που βρισκόμασταν εκείνη τη στιγμή μας είχε πάρει τουλάχιστον ένα 20λεπτο και καμιά 15ρια στροφές, στο βγες χρειαστήκαμε μόλις ένα λεπτό και το πολύ δύο στροφές. Ως δια μαγείας ο ξεναγός έκοψε δρόμο. Άτιμε Ολλανδέ. Το μόνο που έλειπε ήταν να σταματήσει να κουτσαίνει, να βγάλει τη σαμπρέλα προκοίλι και να αρχίσει να γελάει εις βάρος μας.

Αντ’ αυτού μας άφησε στην έξοδο και αφού σιγουρεύτηκε πως γλιτώσαμε τη λιποθυμία, γύρισε πίσω για να συνεχίσει την ξενάγηση. Εμείς μείναμε καθιστοί για «x» χρόνο σε ένα παγκάκι με βλέμμα Forrest Gump να ανασαίνουμε με ρυθμό 60χρονου που χει μόλις ολοκληρώσει τον Μαραθώνιο και να ορκιζόμαστε στον Ύψιστο πως δεν πρόκειται να ξαναμπούμε ούτε σε ασανσέρ για τα επόμενα «ψ» χρόνια.

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s