«Το βαφτιστήρι του Ρωχάμη».

Είμαι της άποψης πως το να είσαι στρατιωτικός ή αστυνομικός έχει έστω κάποια ψήγματα λογικής μόνο αν έχεις ντυθεί έτσι προκειμένου να εκπληρώσεις κάποια σεξουαλική σου φαντασίωση. Για οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, ούτε λόγος. Η ιστορία που θα σας διηγηθώ στις επόμενες γραμμές, ενισχύει ακόμα περισσότερο την παραπάνω θέση μου.

Ένα μαγιάτικο μεσημέρι διέσχιζα κεντρικό δρόμου του Παγκρατίου με το παπί. Είχαν πιάσει για τα καλά οι ζέστες και ήταν η πρώτη μέρα που είχα βγάλει το μπουφάν της μηχανής. Οδηγώντας το πολύ με 30 χλμ. την ώρα ξαφνικά το μπροστινό μου Ι.Χ. κοκάλωσε. Μην έχοντας χρόνο να αντιδράσω πάτησα κι εγώ απότομα το φρένο. Λίγο η καυτή άσφαλτος, λίγο τα λιωμένα, μετά από 14.000χλμ., λάστιχα, βρέθηκα φαρδύς πλατύς στο δρόμο.

Αφού πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα για να καταλάβω τι είχε συμβεί, άρχισα να πιάνω τα κόκαλα μου για να δω αν ήταν όλα στη θέση τους. Χωρίς να εντοπίσω κάποια απώλεια, συνέχισα να ψάχνω το υπόλοιπό μου σώμα. Είχα αποκτήσει 2-3 γρατσουνιές στα πόδια, ενώ αίμα έτρεχε από τον αριστερό μου αγκώνα και το αριστερό μου γόνατο. Κάθισα στο πεζοδρόμιο να συνέλθω και μετά από λίγα λεπτά ξεκίνησα κούτσα κούτσα για το σπίτι. Ήμουν το πολύ ένα χιλιόμετρο μακρυά.

Αν και λίγο μαστουρωμένος λόγω της πτώσης, ένιωθα πως κάποιος με ακολουθούσε. «Η ιδέα μου θα ναι», σκέφτηκα και αύξησα ταχύτητα. Μετά από καμιά 500ρια μέτρα είδα από τον καθρέφτη πως κάποιος μου έπαιζε τα φώτα. Μείωσα ταχύτητα και σταμάτησα στην άκρη του δρόμου. Με πλεύρισαν τέσσερις Ζητάδες πάνω σε δύο μηχανές: «έπρεπε να κάνουμε κανένα χιλιόμετρο για να καταλάβεις ότι πρέπει να σταματήσεις»; Πριν προλάβω να αποκριθώ άρχισε ένας καταιγισμός προστακτικών και ερωτήσεων: «Άδεια, ταυτότητα, δίπλωμα», «κατέβα από το μηχανάκι», «είναι δικό σου»; «από πού είσαι»; «με τι ασχολείσαι»;

Σαν νομοταγής πολίτης, αν και ψιλοτραυματισμένος, ήμουν σε ψυχολογία να τους κάνω τα γούστα. Στη μέση μου φορούσα μια «μπανάνα» στην οποία είχα το πορτοφόλι με το δίπλωμα και έκανα το λάθος να προσπαθήσω να την ανοίξω για να τους δώσω τα έγγραφα που ζήτησαν.

Ζητάδες: «Εεεεεε, ώπα ώπα τι κάνεις εκεί»;

Εγώ: «Ανοίγω το τσαντάκι για να βρω το δίπλωμα».

Ζητάδες: «Και πού ξέρουμε τι έχεις μέσα»;

Εγώ: «Το δίπλωμα. Πώς θα σας το δώσω αν δεν ανοίξω το τσαντάκι»;

Ζητάδες: «Καλά, άνοιξε σιγά σιγά το φερμουάρ με το αριστερό σου χέρι και τέντωσε το δεξί να το βλέπουμε».

Δεν τα παρεξήγησα τα παιδιά, αφού δεν είχε συλληφθεί ακόμα ο Μαζιώτης και άρχισα να απαντάω στις ερωτήσεις τους, ενώ άνοιγα μπανάνα, έβρισκα πορτοφόλι και έβγαζα το δίπλωμα με το αριστερό χέρι. «Ναι, είναι δικό μου το μηχανάκι», «Τι εννοείτε από πού είμαι, πού μεγάλωσα ή από πού κατάγομαι (σιγά μην ήθελαν να μάθουν αν παραθερίζουμε και στο ίδιο χωριό)»;

Αφού πέρασα με στοιχειώδη επιτυχία τις πρώτες δοκιμασίες του ελέγχου, φτάσαμε στο σημείο της ταυτότητας. Γενικώς, δεν κουβαλάω μαζί μου ταυτότητα, αφού στις περισσότερες αντίστοιχες αναγνωρίσεις που μου κάνουν τη σκαπουλάρω με το δίπλωμα. Έλα, όμως που τα παλικάρια σκάλωσαν στην ταυτότητα και την ήθελαν οπωσδήποτε, αλλιώς θα με πήγαιναν στο τμήμα για αναγνώριση. Βρε καλοί μου, βρε χρυσοί μου, δεν την έχω, εδώ δίπλα μένω. Βλέποντας πως δεν έπαιρναν από λόγια τους έδειξα τον αγκώνα και το γόνατό μου που έσταζαν αίματα, λέγοντας πως πήγαινα προς το σπίτι μου για να φροντίσω τις πληγές. Δεν υπήρχε περίπτωση. Θα έδειχναν κατανόηση.

«Πονάς»; «έσπασες τίποτα»; «πάμε να βγάλεις μια ακτινογραφία». Άρχισαν να με συγκινούν τα παλιόπαιδα με το ενδιαφέρον τους. «Παιδιά καλά είμαι, θα βάλω λίγο οινόπνευμα και λίγο ιώδιο και όλα καλά». Τι το θελα και το πα; «Ωραία, έλα τότε για αναγνώριση στο τμήμα και θα σε πάμε στο φαρμακείο απέναντι μας». «Ρε παιδιά είμαι χτυπημένος. Αφήστε με. Εδώ δίπλα μένω».

Χωρίς να μου αφήσουν περιθώρια για περαιτέρω διαπραγματεύσεις ξεκινήσαμε κομβόι για το τμήμα. Οι δυο Ζητάδες μπροστά, εγώ με το παπί από πίσω και λίγο πιο πίσω άλλοι δύο Ζητάδες. Με αέρα που μόνο ο Walter White θα δικαιούταν να είχε σε πιθανή σύλληψή του, με οδήγησαν στο τμήμα. Τους έδωσα άδεια και δίπλωμα και ένα παλικάρι με αλεξίσφαιρο και πλήρη εξάρτυση ανέλαβε να με πάει στο φαρμακείο που βρισκόταν απέναντι. Μπήκαμε στο φαρμακείο και ενώ ο ιδιοκτήτης εξυπηρετούσε μια κυρία, ο αστυνόμος του έκανε νεύμα να με περιποιηθεί.

Ο φαρμακοποιός άφησε σύξυλη την πελάτισσα και άρχισε να με κουράρει. Μου έβαλε βαμβάκια, Μπεταντίν, ιώδια, χανσαπλάστ με την ίδια αγωνία που φαντάζομαι πως είχε στην πρώτη του πρακτική στη σχολή. Στην προσπάθεια μου να διαβάσω το συννεφάκι με τις σκέψεις πάνω από το κεφάλι του διέκρινα τα εξής: «Ποιος να ναι άραγε; Ο γιος του Παλαιοκώστα, το βαφτιστήρι του Ρωχάμη…»;

Αφού τέλειωσε το κουράρισμα υπό το άγρυπνο βλέμμα του συνοδού μου, τον ρώτησα αν όφειλα κάτι. Όχι μόνο είπε πως δεν χρωστούσα κάτι, αλλά από τον φόβο του, ήταν πιο πιθανό να μου έδινε εκείνος ένα 50ευρώ προκειμένου να μας ξεφορτωθεί, αφού δεν πιστεύω να είχε ξανά επίσκεψη στο κατάστημα του από τραυματία συνοδευόμενο από την αστυνομία.

Γυρίσαμε με τον συνοδό στο τμήμα και με έβαλε σε ένα πάγκο να περιμένω μέχρι να μου επιστρέψουν τα χαρτιά. Μετά από κάμποσα λεπτά αναμονής και αργώντας να βγάλουν άκρη με τα στοιχεία μου μιας και υπήρχε μπόλικος κόσμος στο γραφείο, ο συνοδός μου στο φαρμακείο μου πέταξε την ατάκα: «ήρθες σε άσχημη ώρα». «Όχι, δεν το πε Γιώργο. Απλώς έχεις παραισθήσεις από το χτύπημα», συλλογίστηκα και ένιωσα κάπως καλύτερα.

Τρεις μήνες μετά και συνεχίζω να έχω αμφιβολίες για το αν όντως έζησα όλα τα παραπάνω. Πού ξέρεις; Ίσως να μην έγινε τίποτα και όλη η ιστορία να είναι προϊόν παραισθήσεων από την πτώση.

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged , , . Bookmark the permalink.

3 Responses to «Το βαφτιστήρι του Ρωχάμη».

  1. Ο/Η vang λέει:

    ela, exeis krypsei th Roupa sth Palaioxwra? einai ikanopoihmenh me to spiti?
    8ymase pou mas eixan stamathsei sthn Eurupidou?
    egw eixa mono thn karta anergias sto portofoli, den arkouse, kai tous eipa ton ari8mo tautothtas..
    fanhkan na mhn ikanopoiountai pali, alla eleg3an to stoixeio auto se ena asyrmato mplimpliki (kati san smatophone) kai το epivevaiwsan…

  2. Ο/Η gemil84 λέει:

    Μωρέ τα θυμάμαι. Εκείνοι δεν τα θυμόντουσαν.

  3. Ο/Η konstantinos λέει:

    Είναι μια ψυχωτική εμπειρία και αυτή,πάντως εμένα μου έχει τύχει παλιότερα 6 εως 8 χρόνια πίσω να πηγαίνω ανάποδα με μηχανάκι (κάπου Κυψέλη) και σκάνε μύτη εκείνη την στιγμή Ζητάδες 2 τον αριθμό + στις 2 περιπτώσεις (εγώ με το που τους βλέπω λέω την κάτσαμε την βάρκα..) Παραδόξως + τις 2 φορές δεν δώσανε σημασία….δεν ξέρω Αδιαφορήσανε…κυνηγάνε κάποιον…δεν είχαν εντολή…δεν ήταν απο τις περιπτώσεις που τους «κέντρισε το ενδιαφέρον» μπορεί να είναι συνδυαστικό το σενάριο..

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s