Το κέρασμα δεν είναι μαγκιά, είναι αυτοταπείνωση.

Δεν θέλω να με κερνάς. Ούτε να σε κερνάω. Βασικά δεν μπορώ να με κερνάς συνέχεια ή να χεις την ψευδαίσθηση ότι θα σε κερνάω εγώ. Κέρασε με όταν συντρέχει κάποιος κοινωνικός λόγος ή όταν πολύ απλά είσαι χαρούμενος/η για κάτι. Σεβάσου με και άφησε με να κάνω το ίδιο κι εγώ. Και κυρίως, σε παρακαλώ, ας μην το συζητήσουμε. Ας βγάλει, όποιος, τα λεφτά απ’ την τσέπη και ας πληρώσει. Χωρίς προλόγους και επιλόγους.

Αυτός ήταν ο πιο κομψός πρόλογος που μπορούσα να γράψω για τη σχέση μου με το κέρασμα. Η «μάχη» του κεράσματος σε αυτή τη χώρα –γιατί σε αυτό το θέμα προτιμώ τους κρυόκωλους τους βορειοευρωπαίους που πολύ απλά πληρώνει ο καθένας τα δικά του- είναι σκληρότερη και από αγώνα πυγμαχίας ή μάι-τάι. Και μην μου πεις ότι δεν είναι «μάχη». Είναι και παραείναι.

Πώς αλλιώς θα εξηγούσες το γεγονός πως μόλις αφήσει την απόδειξη ο σερβιτόρος στο τραπέζι ξεκινάει ο χαμός; Ποια απόδειξη να αφήσει στο τραπέζι, λέω! Ο χαμός ξεκινά νωρίτερα. Από τη στιγμή που ο σερβιτόρος θα κάνει την κίνηση να την αφήσει στο τραπέζι. Με το ξεκίνημα του κατεβάσματός του χεριού του, σαν σε διαιτητή σε αγώνα καράτε, δίνει το έναυσμα για το ποιος θα αρπάξει πρώτος την απόδειξη. Χέρια φεύγουν από όλες τις πλευρές του τραπεζιού, ενώ παράλληλα άλλα χέρια προσπαθούν να αποτρέψουν τα υπόλοιπα χέρια από το να αγγίξουν το «ιερό δισκοπότηρο» (βλ. απόδειξη).

Ο νικητής, ο έχων δηλαδή στα χέρια του την απόδειξη, την κρατάει σφιχτά με το ένα χέρι, ενώ με το άλλο ψάχνει το πορτοφόλι. Την κρατάει σφιχτά, γιατί η μάχη δεν έχει ολοκληρωθεί, αφού οι υπόλοιποι προσπαθούν να του την αρπάξουν σαν σε αγώνα ράγκμπι (όπως βλέπεις εδώ μπλέκονται περισσότερα αθλήματα από ότι σε Ολυμπιακούς Αγώνες). Αν καταφέρει να την διατηρήσει υπό την κατοχή του και βγάλει τα λεφτά από την τσέπη τείνοντάς τα προς τον σερβιτόρο, όλο και κάποιος επιτήδειος θα έχει προλάβει να βγάλει τα δικά του και να προσπαθεί να πληρώσει εκείνος.

Τότε ξεκινά το δεύτερο ημίχρονο. Ο σερβιτόρος βρίσκεται ανάμεσα σε πεντοχίλιαρα –ευτυχώς από την εποχή του ευρώ έχουν μειωθεί αρκετά τα παραπάνω κρούσματα, αλλά για να γράφεται το παρόν κείμενο δεν έχουν εξαλειφτεί- που κραδαίνουν οι κάτοχοι τους, οι οποίοι τον εμπλέκουν στο παιχνίδι λέγοντας του ο καθένας την δική του παπάτζα «πάρε αυτά, εκείνος θα πληρώσει την άλλη φορά», «έλα ομορφόπαιδο ξέρεις ποιος πρέπει να κεράσει», «δεν θα δεχθείς λεφτά από γυναίκα, έτσι;». Αν έχεις ζήσει την παραπάνω ιλαροτραγωδία και κάνεις το λάθος να βγεις ξανά με την ίδια παρέα, ξέρεις ότι ο επαναληπτικός θα είναι πολύ πιο σκληρός και κατά πάσα πιθανότητα θα φτάσει σε καβγά.

Όποιος δεν το χει ζήσει σε κάποια παραθαλάσσια ταβέρνα με γονείς και φίλους, ας μην κάνει like σε αυτό το ποστάριμα, δεν θα τον παρεξηγήσω. Εγώ, το έχω ζήσει πολλάκις και σε διάφορες εκδοχές, αλλά θα σταθώ σε ένα συγκεκριμένο περιστατικό.

Ένα καλοκαίρι, στα μέσα του ’90 είχα πάει με την μητέρα μου διακοπές σε κάτι θείους –από την πλευρά του πατέρα μου- στην Κω. Κάθε φορά που βγαίναμε έξω και τίθετο θέμα πληρωμής, ξεκινούσε η παραπάνω μάχη/ιεροτελεστία/αγώνας. Ο αγώνας είχε δοθεί πάνω από πιάτα με μπριζόλες, πάνω από fruit punch με αλκοόλ για τους μεγάλους και χωρίς για τους μικρούς και πάνω από ξαπλώστρες στην παραλία. Οι δύο ομάδες (μάνα μου Vs. θείοι) βρίσκονταν πολύ κοντά στην βαθμολογία μέχρι τον «τελικό».

Ο τελικός –ταξιδεύαμε για Πειραιά την επόμενη μέρα- είχε αποφασιστεί να δοθεί σε ένα κεφαλοχώρι του νησιού. Την ώρα που τα περισσότερα πιάτα με τις μπριζόλες, τις σαλάτες και τις πατάτες είχαν μισοαδειάσει, η μητέρα μου σηκώθηκε για να πάει –τάχα μου- στην τουαλέτα. Μετά από τρία λεπτά γύρισε και συνέχισε να τρώει σαν αν μην έτρεχε τίποτα. Όταν μετά από μισή ώρα ένας θείος μου αποφάσισε να καλέσει τον σερβιτόρο για να πληρώσει, εκείνος του αποκρίθηκε ότι ήταν όλα ήδη πληρωμένα από την κυρία μητέρα μου, η οποία είχε ένα σαρδόνιο πλέον χαμόγελο, που προσπαθούσε να ισορροπήσει κάνοντας την χαμηλοβλεπούσα και απαντώντας στους έκπληκτους θείους μου «κερνάτε όταν ανεβείτε στην Αθήνα». Αν καταλάβατε καλά, η μάνα μου βλέποντας ότι μπορεί να μην κατακτήσει το «κύπελλο», έστησε τον τελικό.

Όσο σκέφτομαι ότι όλα αυτά γινόντουσαν για το ποιος θα πλήρωνε και όχι για το ποιος θα την γλίτωνε, μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι. Στα στοιχήματα που βάζουμε ο χαμένος δεν πληρώνει;

Όλος αυτός ο χαμός από τους διεκδικητές του «τίτλου» και η αμηχανία από τους θεατές, γινόταν μόνο και μόνο για το τι θα πουν οι άλλοι. Μην τυχόν γυρίσουμε στην Αθήνα και μας λένε ότι δεν βάλαμε το χέρι στην τσέπη. Μην τυχόν και μας φιλοξενήσουν και να λέμε ότι βάλαμε έστω και μια φορά το χέρι στην τσέπη. Πραγματικά, πιστεύω ότι εκείνο το καλοκαίρι κανείς δεν μπόρεσε να απολαύσει φαγητό/ποτό/μπάνιο, γιατί όλοι είχαν αφιερωθεί στο ποια πλεκτάνη θα στήσουν για να πληρώσουν τον εκάστοτε λογαριασμό.

Κάθε φορά που έρχεται σήμερα ο λογαριασμός και τρέχει κάποιος να προλάβει να κεράσει με το στανιό, πιάνεται η καρδιά μου. Δεν υπάρχει περίπτωση να μπω στη διαδικασία να «ξιφομαχήσω» για να πληρώσω εγώ, ούτε να αρχίσω τα «δεν έπρεπε/ εγώ την άλλη φορά». Απλώς, στερούμαι λίγη από τη χαρά που θα μου προσέφερε η συγκεκριμένη έξοδος.

Δεν θέλω να με κερνάς. Ούτε να σε κερνάω. Βασικά δεν μπορώ να με κερνάς συνέχεια ή να χεις την ψευδαίσθηση ότι θα σε κερνάω εγώ. Κέρασε με όταν συντρέχει κάποιος κοινωνικός λόγος ή όταν πολύ απλά είσαι χαρούμενος/η για κάτι. Σεβάσου με και άφησε με να κάνω το ίδιο κι εγώ. Και κυρίως, σε παρακαλώ, ας μην το συζητήσουμε. Ας βγάλει, όποιος, τα λεφτά απ’ την τσέπη και ας πληρώσει. Χωρίς προλόγους και επιλόγους.

 

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s