Το ανέκδοτο.

Μετά, που λες, από ένα ναυάγιο, στη μέση ενός μεγάλου ωκεανού, η ανταριασμένη θάλασσα πνίγει όλους τους επιβάτες εκτός από την Πάμελα Άντερσον και έναν μούτσο, τους οποίους ξεβράζει σε ένα έρημο νησί.

Αφού, συνέρχονται από το αρχικό σοκ, η Πάμελα και ο μούτσος εξερευνούν το νησί και συνειδητοποιούν ότι είναι παντελώς μόνοι. Ευτυχώς για αυτούς συνειδητοποιούν γρήγορα πως το νησί είναι γεμάτο με οπωροφόρα δέντρα και διαθέτει μια πηγή με πόσιμο νερό.

Οι μέρες περνούν και οι ήρωες μας ελπίζουν πως κάποια στιγμή θα τους εντοπίσουν. Μέχρι τότε έχουν φτιάξει μια καλύβα από καλάμια και τρέφονται με τους καρπούς που τους παρέχει το νησί, ενώ έχουν για στήριγμα ο ένας τον άλλο.

Με τον καιρό ξυπνούν οι σεξουαλικές τους ορέξεις και μην έχοντας περιθώρια επιλογής- η Πάμελα, γιατί ο μούτσος άλλο που δεν θέλει- υποτάσσονται στις ορμόνες τους και αρχίζουν να κάνουν κάθε μέρα αχαλίνωτο σεξ.

Οι εβδομάδες περνούν και η Πάμελα με τον μούτσο το κάνουν στην καλύβα, στη θάλασσα, στην πηγή, πάνω στα δέντρα, κάτω από τα δέντρα, σε όλα τέλος πάντων τα σημεία του νησιού, σε όλες τις πιθανές στάσεις.

Έχουν περάσει πλέον 2-3 μήνες και μία μέρα, καθώς αρχίζει να σουρουπώνει και οι δύο φίλοι μας χαζεύουν το ηλιοβασίλεμα, την απόλυτη ησυχία χαλάει ο μούτσος, ο οποίος ζητάει από την Πάμελα να βάψει μαύρο το πηγούνι της, με λίγο κάρβουνο που είχε ξεβράσει η θάλασσα από το ναυαγισμένο πλοίο.

«Τρελάθηκες; Γιατί να βαφτώ;» ρωτάει εύλογα η Πάμελα τον μούτσο. «Σε παρακαλώ, Πάμελά μου, κάνε μου αυτή τη χάρη κι από μένα ό,τι θες».

Μην θέλοντας να του χαλάσει το χατίρι, η Πάμελα βάφει την άλλη μέρα, μαύρο το πηγούνι της, σαν να έχει μούσι και πάει στον μούτσο να του το δείξει. Ο μούτσος την βλέπει, αλλά δείχνει σκεφτικός. «Τι έγινε μούτσε μου, δεν σου αρέσει»;

«Όχι, όχι, μια χαρά είναι. Μπορείς όμως να κάνεις το ίδιο και στο μουστάκι»; «Τι βίτσιο είναι πάλι αυτό»; απορεί η Πάμελα, αλλά μετά από πολλά παρακάλια του κάνει το χατίρι. Δεν είχε και άλλο άνθρωπο το νησί, οπότε δεν ήθελε να είναι τσακωμένοι.

Αφού είχε αποκτήσει πλέον ζωγραφιστό μουστάκι και μούσι η Πάμελα, πήγε στο μούτσο. Εκείνος αν και αρχικά έδειξε να χαίρεται, συνέχισε να την κοιτάζει σκεφτικός, σαν κάτι να ήθελε ακόμα. «Άκου Πάμελα, σε ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου για αυτά που έκανες για μένα, αλλά θέλω ακόμα μια μικρή, τελευταία χάρη. Θέλω να κόψεις αγορίστικα τα μαλλιά σου».

«Βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου», κάνει η Πάμελα στον μούτσο, όμως εκείνος της το ζητούσε τόσο έντονα που δεν μπόρεσε ούτε αυτή τη φορά να του αρνηθεί. «Εντάξει, θα σου κάνω κι αυτή τη χάρη, αλλά να ξέρεις πως θα είναι η τελευταία».

Πάει, όντως, η Πάμελα και βρίσκει μια κοφτερή πέτρα, με την οποία κόβει τα πυκνά, ξανθά, μαλλιά της. Τα κόβει τόσο κοντά, που αν είχε λίγο gel, θα μπορούσε να τα κάνει «καρφάκια».

Έχοντας πραγματοποιήσει και τις τρεις επιθυμίες του μούτσου, πηγαίνει και τον βρίσκει ξανά. Ο μούτσος την κοιτάζει, χωρίς να είναι πλέον σκεφτικός. Χαμογελάει και της λέει:

«Ρε μαλάκα Βαγγέλη, δεν μπορείς να φανταστείς τι μου έχει συμβεί! Είμαι εδώ και δύο μήνες ναυαγός σε ένα ερημονήσι και γαμάω κάθε μέρα την Πάμελα».

Μετά από 32 χρόνια «σοφίας» έχω καταλήξει πως χωρίς τον «Βαγγέλη» δεν έχει καμία αξία η «Πάμελα».

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s