Χρόνια πολλά σε όσους/ες γιορτάζουν σήμερα!

Με αφορμή τη γιορτή του Κωσταντίνου και της Ελένης σήμερα, σκέφτηκα τις ευχές -κυρίως ιντερνετικές- που δέχτηκα πριν λίγους μήνες στην δική μου ονομαστική γιορτή. Με τα «χρόνια πολλά» παλιά είχα ένα θέμα που το έχω ξεπεράσει, αλλά στις ονομαστικές γιορτές συνήθως δεν εύχομαι στους γύρω μου μιας και δεν πιστεύω στην έννοια της ονομαστικής γιορτής. Άσε που μαζί με τον καθένα μας γιορτάζουν μερικές χιλιάδες άτομα, οπότε χάνεται η μοναδικότητα μας, την οποία συναντάμε στην περίπτωση των γενεθλίων. Επομένως, στην γιορτή μου δεν έχω κανένα πρόβλημα ακόμα και αν δεν μου ευχηθούν και οι πιο κοντινοί μου άνθρωποι.

Μια ευχή, βέβαια, δεν κάνει ποτέ κακό και είναι τις περισσότερες φορές καλοδεχούμενη. Υπάρχουν και κάποιες φορές, όμως, που μια ευχή είναι από περίεργη μέχρι εκνευριστική. Προφανώς, για αυτές τις ευχές θα γράψω σήμερα, αλλά και μερικά ακόμα αξιοσημείωτα:

-Στην φετινή μου ονομαστική γιορτή με τάγκαραν εφτά άτομα μαζί με καμιά δεκαριά ακόμα Γιώργηδες-Γιωργίες και μου πόσταραν μια κάρτα που έλεγε κάτι για «χρόνια πολλά». Αγαπητέ φίλε που το έκανες αυτό, σου ξεκαθαρίζω πως πέρα από την αναγούλα που μου προκαλούν τα συγκεκριμένα post, δεν θα σε παρεξηγούσα αν δεν μου ευχόσουν καθόλου. Αντιθέτως, μάλιστα.

-Ακόμα χειρότερο από το προηγούμενο είναι το post τύπου «χρόνια πολλά σε όσους/ες γιορτάζουν». Βάζει και το θηλυκό ο άλλος μην τυχόν και τον πουν φαλλοκράτη. Προτείνω ανήμερα μεγάλων εορτών να κρεμάει και ένα αντίστοιχο πανό στο μπαλκόνι μην τυχόν και παρεξηγηθεί κανένας διερχόμενος.

-Δέχθηκα ευχές ανθρώπων που στο facebook τους, έχουν ψευδώνυμο αντί για όνομα, με αποτέλεσμα να μην ξέρω πως να τους προσφωνήσω στην απάντηση. «Ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια Πράσινε Τιμωρέ»;

-Έλαβα το εξής μήνυμα: «Πολύχρονος, ό, τι ποθείς με υγεία και χαρά! Να χαίρεσαι την γιορτή σου, χριστός ανέστη για τη γιορτή του Πάσχα-Καλή λύτρωση στην Ελλάδα». Το σχόλιο για την Ελλάδα με τσάκισε.

-Έλαβα επίσης pm από ανθρώπους που η τελευταία φορά που μιλήσαμε ήταν πάλι στο facebook για τον ίδιο λόγο, ένα χρόνο πριν. Δεν είναι κακό, αλλά είναι άβολο.

-Έλαβα sms από αριθμούς που δεν είχα αποθηκεύσει. Εξίσου άβολο.

-Με πήραν άνθρωποι τηλέφωνο και εγώ είτε γιατί μιλούσα εκείνη τη στιγμή είτε γιατί δεν πρόλαβα να το σηκώσω, δεν απάντησα. Τι κάνεις σε αυτές τις περιπτώσεις. Τους κάνεις αναπάντητη για να σε πάρουν πίσω και να σου ευχηθούν;

-Έλαβα από την μητέρα μου το εξής sms: «Χρόνια πολλά. Οι γονείς σου». Ναι, η μητέρα μου έχει ξεφύγει.

Είμαι από εκείνους που συνήθως απαντάω την επόμενη μέρα των ευχών σε κάθε έναν που μου ευχήθηκε στο facebook ξεχωριστά. Όσο και να προσπαθώ να μην είμαι κοινότυπος, συνήθως καταλήγω σε μια απάντηση όπως το «να σαι καλά τάδε». Ομολογώ πως, δεκάδες ήταν οι φορές που κοίταξα το όνομα αρκετών χρηστών πριν απαντήσω, ώστε να μην γράψω άλλα για άλλα από την βιασύνη μου.

Παρόλα αυτά, την έκανα την γκάφα μου. Ένα από τα επικότερα σκηνικά που μου έχουν τύχει σε απαντήσεις που έχω δώσει σε ευχές στο fb είναι το εξής: Mια φεϊσμπουκική μου φίλη μου έγραψε μια κλασική ευγενική ευχή και εγώ από την βιασύνη μου να απαντήσω σε όλους αντί για «Να σαι καλά, τάδε», της απάντησα «Ναι καλά, ευχαριστώ». «Τι δεν με πιστεύεις»; συνέχισε εκείνη δικαιολογημένα.

Και για να μην το ξεχάσω, χρόνια πολλά σε όσους/ες γιορτάζουν σήμερα!

Advertisements
Posted in Uncategorized | 2 Σχόλια

Έχω δυσχρωματοψία και ναι μπορώ να ξεχωρίζω τα χρώματα των φαναριών

Θυμάστε κάποια στιγμή στο δημοτικό που επισκέφθηκαν τα σχολεία μας μερικοί γιατροί, μας εξέτασαν και την επόμενη μέρα η μισή τάξη φορούσε γυαλιά μυωπίας; Ε, εγώ εκτός από γυαλιά, την επόμενη μέρα είχα κονομήσει μια σκολίωση και μια δυσχρωματοψία (μια  μορφή περιορισμένης αχρωματοψίας). Για τα δύο πρώτα ίσως μιλήσουμε κάποια άλλη στιγμή. Εδώ, θα αναφερθώ στις μετέπειτα εμπειρίες μου ελέω δυσχρωματοψίας.

Για να γίνει πιο κατανοητό το κείμενο, σας ενημερώνω πως ο έχων αχρωματοψία μπερδεύει το κόκκινο με το πράσινο ή το μπλε με το κίτρινο, ενώ ο έχων δυσχρωματοψία μπερδεύει κάποιες αποχρώσεις αυτών των χρωμάτων ή έτσι τουλάχιστον συμβαίνει σε μένα. Η δυσχρωματοψία είναι δηλαδή μια, θα μπορούσαμε να πούμε, ήπια μορφή αχρωματοψίας.

Πάμε, λοιπόν, στο ψητό. Το πρώτο ενδιαφέρον σκηνικό που μου έρχεται στο μυαλό και έχει να κάνει με την ιδιαίτερη «σχέση» μου με τα χρώματα, ήταν όταν πήγα να βγάλω δίπλωμα οδήγησης. Από τη σχολή οδηγών όπου έκανα μαθήματα, μεταξύ άλλων, με έστειλαν και σε ένα οφθαλμίατρο για να πιστοποιήσει ότι είμαι ικανός να οδηγήσω και από άποψη όρασης. Η οφθαλμίατρος που επισκέφθηκα, αφού με εξέτασε και διαπίστωσε ότι έχω δύο βαθμούς μυωπία, μου έδειξε μερικές φωτογραφίες όπως αυτή:

3

Αν η όραση σας είναι φυσιολογική στην παραπάνω φωτογραφία βλέπετε τον αριθμό 73.

Αν πάσχετε από κάποιο τύπο αχρωματοψίας, όπως εγώ, βλέπετε (σκέτους) κύκλους, όπως έλεγε και ένας κοινός μας γνωστός:

1

Πέρα από την πλάκα, όποιος έχει αχρωματοψία, στην παραπάνω φωτογραφία βλέπει απλώς κύκλους διαφόρων χρωμάτων που δεν σχηματίζουν κάποιο νούμερο ή κάποιο σύμβολο.

Οπότε, μόλις η οφθαλμίατρος κατάλαβε την αδυναμία μου να διακρίνω τον αριθμό «73», μου είπε: «Α, δεν γίνεται να πάρεις δίπλωμα, έχεις αχρωματοψία» και ακολούθησε ο εξής διάλογος:

-Εγώ: Το ξέρω ότι έχω αχρωματοψία (εκείνη την περίοδο δεν μου είχαν πει ακόμη ότι είχα δυσχρωματοψία και όχι αχρωματοψία), αλλά μια χαρά κυκλοφορώ στο δρόμο. Μπορώ και ξεχωρίζω τα φανάρια.

-Οφθαλμίατρος: Μα δεν μπορείς να ξεχωρίσει το πράσινο από το κόκκινο. Τα φανάρια τα ξεχωρίζεις επειδή έχει μάθει σε ποια θέση είναι το κόκκινο και σε ποια το πράσινο.

-Εγώ: Όχι, τα ξεχωρίζω από τα χρώματα και αν δεν μπορούσα να το κάνω θα είχα σκοτωθεί εδώ και πολύ καιρό.

Στην προσπάθεια της να βρει μια λύση, μιας και κανείς από τους δυο μας δεν υποχωρούσε, έψαξε με το βλέμμα της μέσα στο ιατρείο, ώσπου εστίασε πάνω σε έναν Άγιο Βασίλη. Ξέρετε, τον κλασικό ζουμπουρλό κόκκινο Άγιο Βασίλη. Εκείνον της Coca Cola. Μου τον έδειξε και με ρώτησε με ύφος: «Τι χρώμα είναι αυτό»; Πήγα να χαμογελάσω, αλλά είδα ότι μιλούσε σοβαρά. Μέσα σε χρόνο τόσο αργό ώστε να διατηρήσω την αξιοπρέπεια μου αποφεύγοντας μια άμεση απάντηση, αλλά και τόσο σύντομο ώστε να μην νομίζει ότι δεν βλέπω τι χρώμα είχε ο ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ της είπα «κόκκινο». Έχοντας πιστοποιήσει και επιστημονικά πλέον την ικανότητα μου να ξεχωρίζω τα χρώματα, η οφθαλμίατρος μου σφράγισε το προβλεπόμενο χαρτί και μπόρεσα να πάρω το δίπλωμα.

Σε κάποια άλλη φάση της ζωής μου, κάτω από συνθήκες που δεν είναι της παρούσης, βρέθηκα να δουλεύω εντελώς ξαφνικά στο Δουβλίνο. Τόσο ξαφνικά που δεν είχα ούτε κινητό μαζί μου. Αφού ολοκλήρωσα την πρώτη μέρα στη δουλειά, πήγα στον αντίστοιχο «Γερμανό» της Ιρλανδίας για να αγοράσω ένα κινητό. Το μαγαζί έκλεινε σε 10 λεπτά και εγώ ήθελα κάτι που απλώς θα έστελνε μηνύματα και θα έκανε κλήσεις, ώστε να μπορώ να επικοινωνώ με τον κόσμο. Η πωλήτρια μου έδειξε ένα φτηνό μοντέλο της Nokia το οποίο έβγαινε μόνο σε άσπρο και σε μαύρο. Απέρριψα το μαύρο, μιας και τα μισά μου κινητά μέχρι τότε ήταν μαύρα και με συνοπτικές διαδικασίες βρέθηκα στο σπίτι να περιεργάζομαι το καινούριο μου άσπρο κινητό.

Στο διάλειμμα, στη δουλειά την επόμενη μέρα, με πήρε η μητέρα μου από την Ελλάδα και πιάσαμε την κουβέντα, προβάλλοντας ασυνείδητα, όσο μιλούσα, με τις κινήσεις μου το κινητό, μιας και ήμουν περήφανος για το καινούριο μου gadget. Ενώ μιλούσα με τα πάτρια εδάφη, διέκρινα ότι μια συνάδελφος με καλοκοιτούσε. «Μπα, ακόμα δεν ήρθα, χτύπησα και γκόμενα», σκέφτηκα. Με το που τελείωσα τη συνδιάλεξη με τη μητέρα μου μου πέταξε η συνάδελφος την εξής ατάκα: «Wow you are so cool! You have a pink phone». Και για όσους δεν καταλάβατε: «Ουάου, είσαι τόσο άνετος! Έχεις ροζ κινητό».

Αλλάζοντας κάμποσα χρώματα εκείνη τη στιγμή, τα οποία δεν είναι το φόρτε μου να σας περιγράψω, της χαμογέλασα και έφυγα. Από εκείνη τη μέρα μέχρι να αγοράσω νέο κινητό –την πρώτη δηλαδή του επόμενου μήνα που πληρώθηκα- κάθε φορά που μίλαγα στο τηλέφωνο είτε κλεινόμουν στην τουαλέτα, είτε το κάλυπτα τόσο πολύ με την παλάμη μου και το μαλλί (είχα μακρύ μαλλί) που αν με έβλεπες από μια γωνιά, σου δινόταν η εντύπωση πως μιλούσα στον εαυτό μου.

Παρόλο που συχνά πυκνά, εξηγώ όλα τα παραπάνω σε ανθρώπους που με ρωτάνε για το τι ακριβώς βλέπω και τι όχι, ως πάσχων, εκείνοι συνεχίζουν –όπως φαντάζομαι και εσείς- να μην καταλαβαίνουν ποιο ακριβώς είναι το θέμα μου με τα χρώματα.

Για να γίνω πιο σαφής θα σας πω το παράδειγμα που δίνω σε αντίστοιχες περιπτώσεις. Έχετε παίξει “Worms”; Πρόκειται για εκείνο το φανταστικό platform game που παίζαμε παλιά στο pc. Σε αυτό το παιχνίδι (στην multiplayer επιλογή) κάθε παίκτης παίρνει μια ομάδα από σκουλήκια διαφορετικού χρώματος, τα οποία χρησιμοποιούν όπλα (από χειροβομβίδες μέχρι uzi και αλληλοσκοτώνονται). Ε, όταν εγώ έπαιρνα την πράσινη ή την κίτρινη ομάδα, σκότωνα και τα πράσινα και τα κίτρινα σκουλήκια. Κάτι που δεν πάθαινα όταν έπαιρνα τα σκουλήκια οποιουδήποτε άλλου χρώματος, πλην των κίτρινων και των πράσινων. Κοινώς, με μπερδεύουν τα “τεχνητά” χρώματα, όπως είναι αυτά του υπολογιστή και ειδικά τα φωσφοριζέ πράσινο και κίτρινο και άλλα που -έστω στα μάτια μου μοιάζουν μεταξύ τους- όπως είναι το άσπρο, με το γαλάζιο και με το ροζ (βλ. κινητό). Όσον αφορά, τα «φυσικά» χρώματα δεν θεωρώ πως έχω κάποιο ιδιαίτερο θέμα πέρα από το να μην διακρίνω κάποιες αποχρώσεις.

Κάτι άλλο που μπορεί να σας βοηθήσει σχετικά με την παλέτα των χρωμάτων που μπορεί να δει ένας άνθρωπος με δυσχρωματοψία είναι ο παρακάτω πίνακας

2

Πλάι στο «color names if you are a guy» θα έπρεπε να υπάρχει άλλη μια λίστα με ακόμα λιγότερα χρώματα για εμάς, τους τύπους με δυσχρωματοψία…

Αν γνωριστούμε κάποια στιγμή και με ρωτήσετε τι ακριβώς (δεν) βλέπω λόγω δυσχρωματοψίας, δεν θα έχω κανένα πρόβλημα να σας διηγηθώ ξανά με περίσσια υπομονή τις παραπάνω εμπειρίες, τις σχετικές γνώσεις μου και άλλα τόσα πράγματα. Δύο πράγματα μόνο δεν θα αντέξω: Να με ρωτήσετε αν μπορώ να βλέπω τα χρώματα των φαναριών και αν στα ντέρμπι Ολυμπιακός-Παναθηναϊκός- ναι, το χω ακούσει και αυτό- ξεχωρίζω τους παίκτες από τη φάτσα και όχι από το χρώμα της φανέλας.

Posted in Uncategorized | Tagged , , | 2 Σχόλια

«Θα μου βγει το όνομα ότι κοιμάμαι τα μεσημέρια»

Αν με πάρεις τηλέφωνο όταν κοιμάμαι, ακόμα και αν κοιμάμαι πιο βαθιά από αρκούδα σε χειμερία νάρκη, θα απαντήσω στο τηλεφώνημά σου χωρίς όμως να παραδεχθώ με τίποτα ότι κοιμόμουν. Αν, μάλιστα, αρχίσεις να μου ζητάς συγγνώμη που με ξύπνησες, θα αρχίσω να δικαιολογούμαι πως η βραχνάδα της φωνής μου οφείλεται στο ότι το προηγούμενο βράδυ ήμουν στο γήπεδο ή ότι είμαι κρυωμένος.

Είναι πιο πιθανό να σου πω ότι είμαι νεοδημοκράτης και γαύρος, παρά να παραδεχθώ ότι κοιμόμουν. Η μεγαλύτερη υποχώρηση που έχω κάνει, είναι να πω σε αυτόν που με ξύπνησε: «μην ανησυχείς, δεν με ξύπνησες εσύ, έχω ξυπνήσει εδώ και κανα 10λεπτο και χουζουρεύω».

«Τι ψυχολογικό είναι πάλι τούτο», θα σκεφτείς και δικαίως.

Για όλα φταίει η γιαγιά μου. Ένα απόγευμα, ενώ πήγαινα δευτέρα γυμνασίου, μόλις ξύπνησα από τον μεσημεριανό ύπνο με ενημέρωσε η γιαγιά μου- η οποία εκτελούσε χρέη γραμματέως και μαγείρισσας στο σπίτι μας εκείνη την περίοδο- ότι με είχε πάρει μια συμμαθήτρια μου τηλέφωνο. «Και τι της είπε ρε γιαγιά» τη ρώτησα. «Ότι κοιμόσουν, παιδί μου» μου απάντησε.

Την άλλη μέρα στο σχολείο συνάντησα μια συμμαθήτρια μου, η οποία αφού με χαιρέτησε μου είπε: «Γιώργο, σε πήρα χθες να σε ρωτήσω κάτι για τα αρχαία, αλλά το σήκωσε η γιαγιά σου και μου πε ότι κοιμόσουν». Δεν ξέρω γιατί ακριβώς, αλλά ντράπηκα. Σαν να πληγώθηκε ο αντρικός μου –ήμουν κάπου 13 χρονών- εγωισμός. Ίσως πίστευα ότι ήταν μαγκιά να μην κοιμούνται τα μεσημέρια οι άντρες ή στενοχωρήθηκα που έχασα την ευκαιρία να της μιλήσω στο τηλέφωνο μιας και δεν έσπαγαν τα τηλέφωνα του σπιτιού εκείνη την περίοδο από κορίτσια της ηλικίας μου.

Το σκηνικό επαναλήφθηκε μια εβδομάδα αργότερα. Όταν ξύπνησα και η γιαγιά μου μου είπε πως με είχε πάρει η ίδια κοπέλα και της είπε πάλι ότι κοιμόμουν, με έλουσε κρύος ιδρώτας. «Αυτό ήταν. Τέλειωσε. Θα μου βγει το όνομα ότι κοιμάμαι τα μεσημέρια», δεν ξέρω πόσο κακός μπορεί να είναι αυτός ο χαρακτηρισμός, αλλά εμένα εκείνη τη στιγμή μου φάνηκε δυσβάσταχτος.

Ορκίστηκα στον εαυτό μου ότι δεν επρόκειτο ποτέ και για κανένα λόγο να αφήσω ξανά κάποιον να σηκώσει το τηλέφωνο και να πει ότι κοιμάμαι. Περιττό να πω ότι αν το σήκωνα εγώ, θα το αρνούμουν πιο πολύ και από ότι ο Πέτρος τον Χριστό.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να έχω τραβήξει διάφορα. Κάθε πρωί Σαββάτου στο γυμνάσιο με έπαιρνε ένας συμμαθητής μου και αφού εγώ κάθε φορά αρνιόμουν ότι κοιμόμουν, άρχιζε για την επόμενη μία ώρα να μου αναλύει τα κατορθώματά του στο “Diablo” και στο “Red Alert”. Έχω βρεθεί, επίσης, άπειρες φορές να μιλάω με εκπροσώπους τράπεζας που μου πούλαγαν δάνεια, ενώ οι τσίμπλες στα μάτια μου ήταν πιο βαριές από όση δύναμη είχα εκείνη τη στιγμή για να τα ανοίξω.

Και το κορυφαίο όλων… Ημέρες Μουντιάλ Ν. Κορέας-Ιαπωνίας. Κάθε πρωί εκείνη την περίοδο έβαζα το ξυπνητήρι κατά τις 9 για να μην χάσω ούτε λεπτό από κανένα αγώνα. Ένα πρωί, πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι, χτύπησε το κουδούνι. Άνοιξα και στην πόρτα είδα δυο τύπισσες που πούλαγαν εγκυκλοπαίδειες. Όταν με είδαν με το μποξεράκι και το μαλλί αφάνα, έκαναν να φύγουν μιας και κατάλαβαν ότι κοιμόμουν. Εγώ, όμως, ο αθεόφοβος, το αρνήθηκα, τις έφερα στο σαλόνι και ενώ το ένα μάτι μου ήταν κλειστό και το άλλο έβλεπε ένα ματς της Νιγηρίας, τις άφησα να μου λένε για τον Μαγγελάνο και τον Μάρκο Πόλο.

Παρά τα όσα έχω τραβήξει, ακόμα δεν έχω καταφέρει να σηκώσω το ακουστικό και να πω: «ΚΟΙΜΑΜΑΙ». Αντ’ αυτού, μάλιστα, έχω βρει διάφορες τεχνικές για να μπερδεύω τον συνομιλητή μου. Μιλάω πολύ δυνατά, για να δείξω πως όχι μόνο δεν κοιμάμαι, αλλά είμαι και σε υπερένταση ή κάνω τον λαχανιασμένο για να νομίζει ότι έκανα δουλειές ή γυμναστική.

Το μόνο που φοβάμαι, είναι πως την πρώτη φορά που θα καταφέρω να απαντήσω σε ένα τηλεφώνημα χωρίς να αρνηθώ ότι κοιμόμουν, θα έχω τόση συσσωρευμένη ενέργεια και θέληση να πω ότι κοιμάμαι που θα δώσω μια απάντηση του τύπου: «Άντε γαμήσου και εσύ και ο γρύλος σου».

Posted in Uncategorized | Tagged , , , | Σχολιάστε

«Αν και μετριόφρων, κοίτα πόσο γαμάτος είμαι».

«Το παράξενο με τη μετριοφροσύνη είναι ότι, τη στιγμή που θα σκεφτείς ότι την έχεις, την έχασες», γράφει για τη σημερινή ημέρα το ημερολόγιο, φέρνοντας μου στο μυαλό ένα μάθημα οικιακής οικονομίας της Β’ γυμνασίου.

Η καθηγήτρια μας είχε βάλει για άσκηση να γράψουμε τα κύρια στοιχεία της προσωπικότητάς μας. Το βασικό που με είχε απασχολήσει σ’ εκείνη την άσκηση ήταν να γράψω ότι ήμουν «μετριόφρων». «Μα αν το γράψεις, παύεις αυτόματα να είσαι», σκεφτόμουν. «Ναι, αλλά είμαι. Κι αν δεν το γράψω πώς θα το ξέρουν οι άλλοι»; Αφού βασανίστηκα αρκετά, τελικά το έγραψα με το δεξί χέρι, ενώ με την αριστερή μου παλάμη κάλυπτα τα μάτια μου, αφήνοντας σκόπιμα χαραμάδες, όπως κάναμε μικροί όταν βλέπαμε κάποιο θρίλερ. Η ηδονή του γραψίματος της λέξης «μετριόφρων» ήταν μεγαλύτερη από τη ντροπή που μου προκαλούσε η ανάγνωσή της.

Βασικό χαρακτηριστικό της μετριοφροσύνης είναι ότι δεν καμώνεσαι για τα κατορθώματά σου και αφήνεις τους άλλους να τα αναγνωρίζουν. «Δεν φτάνει που δεν τα λέω, να τα κρύβω κι όταν με ρωτάνε;» Bασανιζόμουν. Ήθελα να κραυγάσω ότι ήμουν μετριόφρων και να με αποθεώσουν για αυτό.

Μεγαλώνοντας συνέχισα να μαι υπέρμαχος της «μετριοφροσύνης», σε τέτοιο βαθμό, που όταν η «γερμανικού» στο λύκειο είχε πει την ατάκα «η μετριοφροσύνη είναι για τους μέτριους» είχα συγχυστεί τόσο που ήθελα να της φορέσω τον πίνακα κολάρο και όπως θα με κοίταγε εμβρόντητη να της ψιθύριζα στο αυτί: «κοίτα πόσο γαμάτος είμαι, παρόλο που είμαι μετριόφρων».

Πλησιάζοντας τα 30 συνειδητοποίησα πως η άποψή μου περί μετριοφροσύνης ήταν ένα κράμα γενικότερου χαμηλού προφίλ της οικογένειάς μου σε συνδυασμό με κατάλοιπα από τα εφηβικά μου χριστιανικά πιστεύω. Επίσης, αντιλήφθηκα, όπως θα κατάλαβες ήδη, ότι η μετριοφροσύνη δεν ήταν κάτι που μου ταίριαζε.

Συγκεκριμένα, κατάλαβα πως το να είμαι μετριόφρων θα μπορούσε να με βοηθήσει μόνο σε περίπτωση που όταν τα κακάρωνα ο Άγιος Πέτρος λάμβανε την μετριοφροσύνη μου υπόψιν του προκειμένου να με στείλει στον παράδεισο και όχι στην κόλαση. Όσον αφορά τα επίγεια, κανείς δεν θα ψάξει να βρει τι είχα καταφέρει στο παρελθόν και να με επιβραβεύσει για αυτό μεσομακροπρόθεσμα. Οι άνθρωποι που συναναστρέφομαι για χρόνια, γνωρίζουν έτσι κι αλλιώς ποιος είμαι.

Στην ουσία σε τι βοηθάει η μετριοφροσύνη; Δηλαδή αν π.χ. έχεις τις μπασκετικές ικανότητες του Διαμαντίδη και σε ρωτάνε γιατί δεν πας στο NBA και απαντάς «τι λέτε ρε παιδιά; Ούτε απέξω δεν μπορώ να περάσω» (όπως όντως απαντάει) σε κάνει μεγαλύτερο μπασκετμπολίστα από ότι ήδη είσαι;

Δεν εννοώ, βέβαια, να φτάσεις και στο άλλο άκρο, δηλαδή να έχεις π.χ. τις ποιητικές ικανότητες του Μπογδάνου και να έχεις το θράσος να εκδίδεις ποιητική συλλογή. Κάτι τέτοιο σε καθιστά πέρα από ψώνιο, γραφικό και δεν εκτιμάται από τους γύρω σου, αν σε ενδιαφέρει έστω και λίγο η άποψή τους. Όπως στα περισσότερα ζητήματα στη ζωή, έτσι και στο ζήτημα της μετριοφροσύνης το μέτρο φαντάζει η πιο σωστή επιλογή.

Μία συνηθισμένη συμβουλή των ψυχολόγων είναι όταν σου κάνουν ένα κομπλιμέντο να το δέχεσαι και να ευχαριστείς εκείνον που στο έκανε. Το να το αρνείσαι δεν σε βοηθάει σε κάτι, πέρα από το να χαρακτηριστείς μετριόφρων, το οποίο με τη σειρά του δεν ξέρω πού σε βοηθάει.

Το θέμα είναι να τα έχεις καλά με τον εαυτό σου. Αν είσαι όντως πολύ καλός σε κάτι, αλλά το αρνείσαι και συμπεριφέρεσαι ως μετριόφρων, επειδή πιστεύεις ότι όντως δεν είσαι τόσο καλός, έχεις περιθώρια βελτίωσης και η μετριοφροσύνη σου σε κινητοποιεί για να γίνεις ακόμα καλύτερος, σε στηρίζω.

Αν όμως, κάθε φορά που σου κάνει κάποιος ένα κομπλιμέντο το αρνείσαι, κοιτώντας το πάτωμα, ενώ φωνάζεις ταυτόχρονα από μέσα σου «πες τα ευλογημένε», όπως έκανα εγώ στο παρελθόν, σε συμβουλεύω να βρεις τον κοντινότερο καθρέφτη και να του πεις πόσο γαμάτος είσαι. Από αύριο να αρχίσεις να το λες και στους φίλους σου. Κάποιοι θα σε πουν ψώνιο, κάποιοι όχι. Το μόνο σίγουρο είναι ότι θα νιώσεις καλύτερα και σιγά σιγά θα γίνεις γαμώ τα παιδιά.

Posted in Uncategorized | Tagged , , , | 1 σχόλιο

Πώς έγινα άντρας.

Είχα αλλάξει μόνος μου λάμπες, είχα αλλάξει λάστιχα αυτοκινήτου, είχα «λύσει» και «ξαναδέσει» τους σωλήνες νεροχύτη για να τον ξεβουλώσω. Παρόλα αυτά, κάτι έλειπε. Αν και 30 ετών, ένιωθα πως δεν είχα ολοκληρωθεί ως άντρας. Συχνά με βασάνιζε η σκέψη πως, κάπου μέσα μου υπήρχε μια ποσότητα τεστοστερόνης, η οποία δεν είχε απελευθερωθεί ακόμα στον οργανισμό μου για να διώξει καθετί παιδικό και να με τελειοποιήσει σαν αρσενικό. Υπήρχε κάτι ακόμα εκεί έξω που δεν είχα κάνει.

Με γνώμονα το «η ζωή ξέρει και γω την εμπιστεύομαι» από τα «Φτηνά Τσιγάρα» ανέμενα καρτερικά τη ζωή να μου δείξει το δρόμο. Και όντως η τελική δοκιμασία για την πλήρη άνδρωσή μου δεν άργησε να φανεί λίγους μήνες αφότου τριαντάρησα: εγώ, ένα ωμό κοτόπουλο κομμένο παϊδάκια, μια ψησταριά και ενενήντα περίπου λεπτά για να προλάβω να ανάψω τα κάρβουνα και να το ψήσω. Ο Θεός του ανδρισμού (!) είχε αποφασίσει πως η τελετή μύησής μου θα ήταν το ψήσιμο ενός κοτόπουλου.

Στο βιογραφικό μου ως «ψήστης», οι πρώτες γραμμές είχαν αρχίσει να γράφονται μόλις την τελευταία -πριν τη δοκιμασία- εβδομάδα στην Κρήτη, όπου παρέα με έναν εξίσου παρθένο όσον αφορά το σπορ φίλο, είχαμε καταφέρει μετά κόπων και βασάνων να ψήσουμε άλλες τρεις φορές. Μαζί. Αυτό το διάβημα δεν το είχα τολμήσει ποτέ ξανά μόνος.

Δεν γινόταν να αποτύχω, επειδή: α) από μένα εξαρτώταν η ζωή δύο φίλων (είχαν πάει για τρεις μέρες στη Γαύδο και μιάμιση ώρα νωρίτερα μου τηλεφώνησαν λυσσασμένοι από την πείνα παρακαλώντας με να μαγειρέψω), β) ήταν θέμα εγωισμού γ) ήμουν σίγουρος πως θα προέκυπτε μια καλή ανάρτηση για το μπλογκ και για να μην ξεχνιόμαστε δ) είχε έρθει η ώρα να γίνω άντρας.

Πάμε στο (α)ψητό. Άφησα στο τραπέζι αναπτήρα, οινόπνευμα, προσάναμμα και έψαξα το φαράσι με το οποίο αερίζαμε τα κάρβουνα τις προηγούμενες μέρες. Έψαξα την αυλή, το σπίτι, τα παρτέρια, το φαράσι άφαντο. Αρκέστηκα σε ένα τόμο με Σκανδιναβικά με μια βυζαρού στο εξώφυλλο και έριξα τα πρώτα κάρβουνα στην ψησταριά, παρέα με ένα κομμάτι προσάναμμα (μόλις είχα ανοίξει το κουτί) και μια λαδωμένη χαρτοπετσέτα.

Μέσα σε λίγα λεπτά δημιουργήθηκε μια ικανοποιητική φλόγα. Την φούντωσα με οινόπνευμα και άρχισα να μειδιώ αυτάρεσκα για τις ικανότητες μου. Έπιασα τα Σκανδιναβικά με τη βυζαρού και άρχισα να φυσάω τα κάρβουνα. Στα 2-3 φυσήματα η φωτιά είχε σβήσει.

Σεβαστό. Θα ήταν προκλητικό να ανάψει με την πρώτη –στη ζωή μου- προσπάθεια. Έριξα λίγο ακόμα προσάναμμα, άλλη μια λαδωμένη χαρτοπετσέτα και επανατοποθέτησα τα κάρβουνα. Άρχισε να πιάνει η φωτιά, έδωσα την απαραίτητη ώθηση με το οινόπνευμα και άρχισα να κάνω αέρα με τα Σκανδιναβικά με τη βυζαρού. Δεν πέρασαν 2-3 φυσήματα και η φωτιά έσβησε ξανά.

«Ναι ρε. Χαλαρά άναψα τη φωτιά. Σε ένα 5λεπτο θα έχω βάλει πάνω τα πρώτα μπουτάκια», είπα στο φίλο μου που με ενημέρωσε πως σε σαράντα λεπτά θα είχαν φτάσει, πέταξα το κινητό πάνω στο τραπέζι και ακούμπησα απεγνωσμένος τα χέρια μου στους κροτάφους και στο κούτελο μου. (Συμβουλή: ποτέ δεν ακουμπάμε το κεφάλι μας με τα χέρια αφού πρώτα έχουμε πιάσει κάρβουνα, εκτός αν θέλουμε να μοιάζουμε με τον Ράμπο). Είχα χαλάσει το μισό κουτί προσάναμμα, είχαν μείνει άθικτα κάρβουνα το πολύ για ένα ψήσιμο, το οινόπνευμα τέλειωνε και τα κάρβουνα στην ψησταριά δεν είχαν πάρει χαμπάρι. Γιατί; Επειδή δεν είχα με τι να τα φυσήξω. Συνέχισα να ψάχνω μάταια το φαράσι και πέταξα τα Σκανδιναβικά. Βυζαρού δεν υπήρχε πια. Την είχαν εξαφανίσει τα κάρβουνα.

Ήθελα απεγνωσμένα κάτι σκληρό με μεγάλη επιφάνεια για να μπορέσω να κάνω αέρα και να ανάψω τη φωτιά. «Σκάναρα» το σπίτι και την αυλή και το μόνο που πληρούσε τις παραπάνω προδιαγραφές ήταν μια ρακέτα. Ρακέτα; Ρακέτα. Άρχισα τα «forehand» και τα «backhand» πάνω από την ψησταριά με ταχύτητα που θα ζήλευε και ο Φέντερερ. Όντας ερασιτέχνης και στο τένις ένα «forehand» βρήκε το μπουκάλι με το λάδι το οποίο άρχισε να χύνεται στο τραπέζι. Παράλληλα, είχαν αρχίσει να φαίνονται οι πρώτες σπίθες στα κάρβουνα, οπότε δεν είχα περιθώρια να αφήσω την ευκαιρία να πάει χαμένη.

Τα χέρια μου είχαν πιαστεί τόσο που για να μπορέσω να συνεχίσω να κάνω αέρα άρχισα να κουνάω τη ρακέτα και με τα δύο.  Έκανα διαλείμματα δευτερολέπτων για να ξεπιαστώ και σε ένα από αυτά συνειδητοποίησα πως το κινητό μου επέπλεε στη λίμνη λαδιού που είχε δημιουργηθεί στο τραπέζι. Τα «επειδή» της τέταρτης παραγράφου ήταν τόσο ισχυρά που δεν μου επέτρεπαν να ασχοληθώ ούτε με το κινητό. Τα κάρβουνα είχαν αρχίσει να «αρπάζουν» και γω είχα αντοχή για καμιά δεκαριά «forehand» ακόμα, πριν ασχοληθώ με οτιδήποτε άλλο.

Όταν πια τα χέρια μου είχαν αποκτήσει τον όγκο του κεφαλιού μου, έβαλα την παλάμη μου λίγα εκατοστά πάνω από την ψησταριά. Οι ειδικοί λένε πως αν δεν αντέχεις, λόγω φωτιάς, να την κρατήσεις εκεί μετρώντας ως το δέκα, σημαίνει πως η φωτιά είναι έτοιμη. Τράβηξα την παλάμη μου στο «πέντε» και άρχισα να βάζω τα πρώτα κομμάτια κοτόπουλου στην σχάρα, ενώ από τη γωνία εμφανίστηκαν οι φίλοι μου.

Στο φαγοπότι που ακολούθησε, ζητούσα από την παρέα μου να μου γεμίζει το ποτήρι, γιατί τα χέρια μου είχαν φουσκώσει τόσο που δεν λύγιζαν πλέον με κανένα τρόπο, ενώ τα παιδιά μου αποκάλυψαν εντελώς αθώα -πού να ξεραν άλλωστε- πως είχαν πάρει το φαράσι μαζί τους στη Γαύδο για λόγους υγιεινής.

Τίποτα δεν μπορούσε να με συγχύσει πλέον. Είχα ψήσει μόνος μου ένα κοτόπουλο. Άρπαξα μια φτερούγα και τη δάγκωσα. Ένα τσουνάμι τεστοστερόνης ξεχύθηκε μέσα μου. Σε πιθανή εξέταση αίματος εκείνη τη στιγμή, ο μύθος του Ζαγοράκη θα αποτελούσε παρελθόν. Ήμουν πλέον 100% άντρας.

Posted in Uncategorized | Tagged , , , , , , , , , , , | 1 σχόλιο

«Το βαφτιστήρι του Ρωχάμη».

Είμαι της άποψης πως το να είσαι στρατιωτικός ή αστυνομικός έχει έστω κάποια ψήγματα λογικής μόνο αν έχεις ντυθεί έτσι προκειμένου να εκπληρώσεις κάποια σεξουαλική σου φαντασίωση. Για οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, ούτε λόγος. Η ιστορία που θα σας διηγηθώ στις επόμενες γραμμές, ενισχύει ακόμα περισσότερο την παραπάνω θέση μου.

Ένα μαγιάτικο μεσημέρι διέσχιζα κεντρικό δρόμου του Παγκρατίου με το παπί. Είχαν πιάσει για τα καλά οι ζέστες και ήταν η πρώτη μέρα που είχα βγάλει το μπουφάν της μηχανής. Οδηγώντας το πολύ με 30 χλμ. την ώρα ξαφνικά το μπροστινό μου Ι.Χ. κοκάλωσε. Μην έχοντας χρόνο να αντιδράσω πάτησα κι εγώ απότομα το φρένο. Λίγο η καυτή άσφαλτος, λίγο τα λιωμένα, μετά από 14.000χλμ., λάστιχα, βρέθηκα φαρδύς πλατύς στο δρόμο.

Αφού πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα για να καταλάβω τι είχε συμβεί, άρχισα να πιάνω τα κόκαλα μου για να δω αν ήταν όλα στη θέση τους. Χωρίς να εντοπίσω κάποια απώλεια, συνέχισα να ψάχνω το υπόλοιπό μου σώμα. Είχα αποκτήσει 2-3 γρατσουνιές στα πόδια, ενώ αίμα έτρεχε από τον αριστερό μου αγκώνα και το αριστερό μου γόνατο. Κάθισα στο πεζοδρόμιο να συνέλθω και μετά από λίγα λεπτά ξεκίνησα κούτσα κούτσα για το σπίτι. Ήμουν το πολύ ένα χιλιόμετρο μακρυά.

Αν και λίγο μαστουρωμένος λόγω της πτώσης, ένιωθα πως κάποιος με ακολουθούσε. «Η ιδέα μου θα ναι», σκέφτηκα και αύξησα ταχύτητα. Μετά από καμιά 500ρια μέτρα είδα από τον καθρέφτη πως κάποιος μου έπαιζε τα φώτα. Μείωσα ταχύτητα και σταμάτησα στην άκρη του δρόμου. Με πλεύρισαν τέσσερις Ζητάδες πάνω σε δύο μηχανές: «έπρεπε να κάνουμε κανένα χιλιόμετρο για να καταλάβεις ότι πρέπει να σταματήσεις»; Πριν προλάβω να αποκριθώ άρχισε ένας καταιγισμός προστακτικών και ερωτήσεων: «Άδεια, ταυτότητα, δίπλωμα», «κατέβα από το μηχανάκι», «είναι δικό σου»; «από πού είσαι»; «με τι ασχολείσαι»;

Σαν νομοταγής πολίτης, αν και ψιλοτραυματισμένος, ήμουν σε ψυχολογία να τους κάνω τα γούστα. Στη μέση μου φορούσα μια «μπανάνα» στην οποία είχα το πορτοφόλι με το δίπλωμα και έκανα το λάθος να προσπαθήσω να την ανοίξω για να τους δώσω τα έγγραφα που ζήτησαν.

Ζητάδες: «Εεεεεε, ώπα ώπα τι κάνεις εκεί»;

Εγώ: «Ανοίγω το τσαντάκι για να βρω το δίπλωμα».

Ζητάδες: «Και πού ξέρουμε τι έχεις μέσα»;

Εγώ: «Το δίπλωμα. Πώς θα σας το δώσω αν δεν ανοίξω το τσαντάκι»;

Ζητάδες: «Καλά, άνοιξε σιγά σιγά το φερμουάρ με το αριστερό σου χέρι και τέντωσε το δεξί να το βλέπουμε».

Δεν τα παρεξήγησα τα παιδιά, αφού δεν είχε συλληφθεί ακόμα ο Μαζιώτης και άρχισα να απαντάω στις ερωτήσεις τους, ενώ άνοιγα μπανάνα, έβρισκα πορτοφόλι και έβγαζα το δίπλωμα με το αριστερό χέρι. «Ναι, είναι δικό μου το μηχανάκι», «Τι εννοείτε από πού είμαι, πού μεγάλωσα ή από πού κατάγομαι (σιγά μην ήθελαν να μάθουν αν παραθερίζουμε και στο ίδιο χωριό)»;

Αφού πέρασα με στοιχειώδη επιτυχία τις πρώτες δοκιμασίες του ελέγχου, φτάσαμε στο σημείο της ταυτότητας. Γενικώς, δεν κουβαλάω μαζί μου ταυτότητα, αφού στις περισσότερες αντίστοιχες αναγνωρίσεις που μου κάνουν τη σκαπουλάρω με το δίπλωμα. Έλα, όμως που τα παλικάρια σκάλωσαν στην ταυτότητα και την ήθελαν οπωσδήποτε, αλλιώς θα με πήγαιναν στο τμήμα για αναγνώριση. Βρε καλοί μου, βρε χρυσοί μου, δεν την έχω, εδώ δίπλα μένω. Βλέποντας πως δεν έπαιρναν από λόγια τους έδειξα τον αγκώνα και το γόνατό μου που έσταζαν αίματα, λέγοντας πως πήγαινα προς το σπίτι μου για να φροντίσω τις πληγές. Δεν υπήρχε περίπτωση. Θα έδειχναν κατανόηση.

«Πονάς»; «έσπασες τίποτα»; «πάμε να βγάλεις μια ακτινογραφία». Άρχισαν να με συγκινούν τα παλιόπαιδα με το ενδιαφέρον τους. «Παιδιά καλά είμαι, θα βάλω λίγο οινόπνευμα και λίγο ιώδιο και όλα καλά». Τι το θελα και το πα; «Ωραία, έλα τότε για αναγνώριση στο τμήμα και θα σε πάμε στο φαρμακείο απέναντι μας». «Ρε παιδιά είμαι χτυπημένος. Αφήστε με. Εδώ δίπλα μένω».

Χωρίς να μου αφήσουν περιθώρια για περαιτέρω διαπραγματεύσεις ξεκινήσαμε κομβόι για το τμήμα. Οι δυο Ζητάδες μπροστά, εγώ με το παπί από πίσω και λίγο πιο πίσω άλλοι δύο Ζητάδες. Με αέρα που μόνο ο Walter White θα δικαιούταν να είχε σε πιθανή σύλληψή του, με οδήγησαν στο τμήμα. Τους έδωσα άδεια και δίπλωμα και ένα παλικάρι με αλεξίσφαιρο και πλήρη εξάρτυση ανέλαβε να με πάει στο φαρμακείο που βρισκόταν απέναντι. Μπήκαμε στο φαρμακείο και ενώ ο ιδιοκτήτης εξυπηρετούσε μια κυρία, ο αστυνόμος του έκανε νεύμα να με περιποιηθεί.

Ο φαρμακοποιός άφησε σύξυλη την πελάτισσα και άρχισε να με κουράρει. Μου έβαλε βαμβάκια, Μπεταντίν, ιώδια, χανσαπλάστ με την ίδια αγωνία που φαντάζομαι πως είχε στην πρώτη του πρακτική στη σχολή. Στην προσπάθεια μου να διαβάσω το συννεφάκι με τις σκέψεις πάνω από το κεφάλι του διέκρινα τα εξής: «Ποιος να ναι άραγε; Ο γιος του Παλαιοκώστα, το βαφτιστήρι του Ρωχάμη…»;

Αφού τέλειωσε το κουράρισμα υπό το άγρυπνο βλέμμα του συνοδού μου, τον ρώτησα αν όφειλα κάτι. Όχι μόνο είπε πως δεν χρωστούσα κάτι, αλλά από τον φόβο του, ήταν πιο πιθανό να μου έδινε εκείνος ένα 50ευρώ προκειμένου να μας ξεφορτωθεί, αφού δεν πιστεύω να είχε ξανά επίσκεψη στο κατάστημα του από τραυματία συνοδευόμενο από την αστυνομία.

Γυρίσαμε με τον συνοδό στο τμήμα και με έβαλε σε ένα πάγκο να περιμένω μέχρι να μου επιστρέψουν τα χαρτιά. Μετά από κάμποσα λεπτά αναμονής και αργώντας να βγάλουν άκρη με τα στοιχεία μου μιας και υπήρχε μπόλικος κόσμος στο γραφείο, ο συνοδός μου στο φαρμακείο μου πέταξε την ατάκα: «ήρθες σε άσχημη ώρα». «Όχι, δεν το πε Γιώργο. Απλώς έχεις παραισθήσεις από το χτύπημα», συλλογίστηκα και ένιωσα κάπως καλύτερα.

Τρεις μήνες μετά και συνεχίζω να έχω αμφιβολίες για το αν όντως έζησα όλα τα παραπάνω. Πού ξέρεις; Ίσως να μην έγινε τίποτα και όλη η ιστορία να είναι προϊόν παραισθήσεων από την πτώση.

Posted in Uncategorized | Tagged , , | 3 Σχόλια

Κρίση πανικού.

Την Μεγάλη Εβδομάδα του 2005 βρέθηκα με μια παρέα πέντε ατόμων στην Ολλανδία. Αν και στην Ελλάδα η τελευταία φορά που πήγαμε σε αρχαιολογικό χώρο ήταν στις Μυκήνες, στην ημερήσια της 6ης Δημοτικού, στην Ολλανδία μας έπιασε το κλασικό σύνδρομο του Ελληναρά που δεν αφήνει gallery και installation χωρίς να το επισκεφθεί με το που περάσει τα σύνορα. Στα πλαίσια του παραπάνω συνδρόμου πήγαμε και στο Βάλκενμπουργκ-ανάθεμα με αν το ξέρει έστω και ένας Ολλανδός πέρα από τους ντόπιους- για να μπούμε στις κατακόμβες του, που αποτελούν πιστή αντιγραφή των αντιστοίχων της αρχαίας Ρώμης.

Spoiler alert: Στις κατακόμβες έπαθα κρίση πανικού. Δεν ξέρω αν έπαθα αυτό που ορίζεται επιστημονικά ως «κρίση πανικού», αλλά ήταν σίγουρα αυτό που παρουσιάζουμε ως «κρίση πανικού» στις μεταξύ μας συζητήσεις.

Φτάνουμε έξω από τις κατακόμβες. Ξαφνικά μας σκέπασε ένα μαύρο σύννεφο και μέχρι να βρούμε το κουβούκλιο με τις πληροφορίες για το πρόγραμμα των ξεναγήσεων στο αξιοθέατο, είχε αρχίσει να ψιλοβρέχει. Μέσα στο κουβούκλιο καθόταν ένας Ολλανδός  ξεναγός, ο οποίος άκουγε στη διαπασών μια μουσική ανάμεσα σε «Rotting Christ» και «Carmina Bourana».

Ο ξεναγός μας είπε να περιμένουμε ένα τέταρτο μήπως έρθει και κάποια άλλη παρέα για την ξενάγηση. Άλλος τουρίστας δεν εμφανίστηκε και σε δεκαπέντε λεπτά ο Ολλανδός βγήκε από το κουβούκλιο. Το δέος που μου χαν προκαλέσει τα μουσικά του ακούσματα διατηρήθηκε με το που τον είδα να ξεπροβάλει. Με μετριοπαθείς εκτιμήσεις ήταν κοντά στα δύο μέτρα και στα 150 κιλά. Μας οδήγησε προς την είσοδο των κατακομβών κουτσαίνοντας. Rotting Christ-ψιλόβροχο συν κουτσό-γομάρι-ξεναγός είχαν φτιάξει ένα ιδανικό πρόλογο για το τι επρόκειτο να ακολουθήσει.

Ο ξεναγός κοντοστάθηκε έξω από την είσοδο και αφού ξεπέταξε τα προβλεπόμενα για την ερχόμενη ξενάγηση, συνέχισε: «Πρέπει να διατηρήστε σε απόσταση το πολύ ενός μέτρου από εμένα και να με ακολουθείτε πιστά», «το σύστημα κατασκευής των κατακομβών είναι τόσο περίπλοκο που αν χαθείτε, μπορεί να σας βρουν-γιατί μόνοι σας δεν πρόκειται να βγείτε έξω- μετά από εβδομάδες», «ένας τουρίστας σαν και εσάς που ακολούθησε λάθος μονοπάτι βρέθηκε είκοσι μέρες μετά, δεκαπέντε χιλιόμετρα έξω από το Βάλκενμπουργκ, αφού οι κατακόμβες επικοινωνούν και με γειτονικές πόλεις».

Οι προσπάθειες δημιουργίας κλίματος από τον ξεναγό δεν με εμπόδισαν να περάσω τις πύλες των κατακομβών με αέρα Μάγιας Τσόκλη. Παρόλα αυτά, ο σπόρος της φοβίας είχε φυτευτεί ήδη μέσα μου.

Η ατμόσφαιρα στις κατακόμβες είχε ως εξής: χαμηλός φωτισμός από δάδες και φανάρια που κρέμονταν στους τοίχους, ο οποίος μειωνόταν όσο διεισδύαμε στο εσωτερικό τους. Τοίχοι που έσταζαν από υγρασία και χαμηλή θερμοκρασία που γινόταν αντιληπτή από τα χνώτα μας που φαίνονταν καθώς ανασαίναμε.

Ενώ προχωρούσαμε, τα δωμάτια άρχιζαν να στενεύουν, ώσπου φτάσαμε σε διαδρόμους στους οποίους χωρούσε να περάσει μόλις ένα άτομο. Τότε ο ξεναγός προειδοποίησε πως στη συνέχεια θα βρίσκαμε διαδρόμους που όχι μόνο δεν θα χωρούσε πάνω από ένας, αλλά αυτός ο ένας θα έπρεπε να περάσει μπουσουλώντας. Αυτή η αποκάλυψη ήταν το λίπασμα πάνω στο σπόρο της φοβίας που είχε φυτευτεί μέσα μου νωρίτερα. Παρόλα αυτά, διατηρούσα τον έλεγχο της κατάστασης, αρκεί να μην βρισκόταν κάτι να ποτίσει το σπόρο.

Σε ένα από τα επόμενα δωμάτια των κατακομβών κάναμε στάση και ο Ολλανδός συνέχισε το χαβά του. Τον άκουγα, ενώ είχα αρχίσει να αμφιβάλω για το κατά πόσο ήμουν διατεθειμένος να αρχίσω να μπουσουλάω προκειμένου να επισκεφθώ κάποιο από τα επόμενα δωμάτια, αλλά και να συνεχίσω γενικότερα το tour, ώσπου μια κοπέλα από την παρέα μου ζήτησε μια τσίχλα. Δεν είχα. Ούτε διάθεση, ούτε τσίχλα.

Άρχισαν να μου ρχονται στο μυαλό εικόνες από τότε στην β’ γυμνασίου που είχα κλειστεί στο ασανσέρ του φροντιστηρίου και κόντεψα να λιποθυμήσω μέχρι να με βγάλουν. Τις εικόνες διέκοψε απότομα η φίλη μου που μασούσε πλέον όσες τσίχλες είχε βρει σαν μανιασμένη: «Γιώργο δεν νιώθω καλά. Δεν μπορώ να αναπνεύσω. Θέλω να βγω έξω». Εκείνη τη στιγμή ήταν σαν να έβγαλε το ποτιστήρι και άρχισε να ποτίζει το σπόρο της φοβίας που είχα μέσα μου εδώ και ώρα. Μέσα σε δέκατα δευτερολέπτου ο σπόρος είχε γίνει δέντρο με περικοκλάδες και εγώ είχα αποφασίσει πως ήθελα να διακτινιστώ σε έναν οποιοδήποτε χώρο έξω από τις κατακόμβες.

Σύμπτωμα πρώτο: άρχισα να μην καταλαβαίνω λέξη από αυτά που έλεγε ο Ολλανδός. Σύμπτωμα δεύτερο: ο διαθέσιμος αέρας στο χώρο άρχισε να μειώνεται κατά 10% σε κάθε μου ανάσα. Σύμπτωμα τρίτο: σε κάθε βήμα μου, οι τοίχοι ερχόντουσαν όλο και πιο κοντά. Έψαξα την τσέπη μου για κομπολόι. Ποτέ δεν είχα κομπολόι. Έψαξα για τσίχλα. Όλες τις τσίχλες της παρέας τις είχε φάει η φίλη μου.

Βρισκόμουν πλέον σε τέτοια κατάσταση που και στριπτίζ να έκανε ο Ολλανδός δεν υπήρχε περίπτωση να ξεχαστώ. «ΘΕΛΩ ΝΑ ΒΓΩ ΕΞΩ ΤΩΡΑ», σκεφτόμουν/ψιθύριζα/φώναζα; Δεν ξέρω. Πριν προλάβω να καταλάβω, πετάχτηκε η φίλη μου και του λέει πως δεν νιώθει καλά και θέλει να βγει έξω. Εκείνος συνέχισε ατάραχος να μας λέει τα δικά του. Πετάγομαι κι εγώ και του λέω ότι θέλω να βγω. Μας απαντάει ψυχρά: «σε λίγο». Επανέρχεται η φίλη μου, όχι τόσο ψύχραιμα αυτή τη φορά: «θέλουμε να βγούμε ΤΩΡΑ».

Οι παλμοί μου ανά λεπτό διεκδικούσαν πλέον θέση στο βιβλίο με τα ρεκόρ Γκίνες, τα χέρια μου έτρεμαν σαν να είχα πιει τρεις φραπέδες, ενώ είχαν αρχίσει να δημιουργούνται σταλακτίτες στις μασχάλες μου από τον ιδρώτα. Ήμουν σίγουρος ότι θα πεθάνω. Το μόνο που δεν ήξερα ακόμα ήταν ο τρόπος. Από ασφυξία; καρδιά; αφυδάτωση ή μάλλον με ένα τριπλό combo χτύπημα από τα προαναφερθέντα; Ο ξεναγός βλέποντας ότι μέσα σε όλα είχαμε αρχίσει να αλλάζουμε και χρώμα, αποφάσισε να μας οδηγήσει προς την έξοδο.

Αν και στο μπες για να φτάσουμε στο σημείο που βρισκόμασταν εκείνη τη στιγμή μας είχε πάρει τουλάχιστον ένα 20λεπτο και καμιά 15ρια στροφές, στο βγες χρειαστήκαμε μόλις ένα λεπτό και το πολύ δύο στροφές. Ως δια μαγείας ο ξεναγός έκοψε δρόμο. Άτιμε Ολλανδέ. Το μόνο που έλειπε ήταν να σταματήσει να κουτσαίνει, να βγάλει τη σαμπρέλα προκοίλι και να αρχίσει να γελάει εις βάρος μας.

Αντ’ αυτού μας άφησε στην έξοδο και αφού σιγουρεύτηκε πως γλιτώσαμε τη λιποθυμία, γύρισε πίσω για να συνεχίσει την ξενάγηση. Εμείς μείναμε καθιστοί για «x» χρόνο σε ένα παγκάκι με βλέμμα Forrest Gump να ανασαίνουμε με ρυθμό 60χρονου που χει μόλις ολοκληρώσει τον Μαραθώνιο και να ορκιζόμαστε στον Ύψιστο πως δεν πρόκειται να ξαναμπούμε ούτε σε ασανσέρ για τα επόμενα «ψ» χρόνια.

Posted in Uncategorized | Tagged , , , | Σχολιάστε